Άντον Τσέχωφ, Τρία μονόπρακτα



ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ



ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Ιβάν Ιβάνοβιτς Νιούχιν:
άντρας της γυναίκας του, ιδιοκτήτριας σχολής
μουσικής και γυναικείου οικοτροφείου

Στη σκηνή-εξέδρα μιας επαρχιακής λέσχης

ΝΙΟΥΧΙΝ (Με μακριές φαβορίτες, χωρίς μουστάκι. Φοράει παλιό πολυφορεμένο φράκο. Μπαίνει με μεγαλοπρέπεια, υποκλίνεται και διορθώνει το γιλέκο.) Αξιότιμες κυρίες και, τρόπον τινά, αξιότιμοι κύριοι. (Χτενίζει τις φαβορίτες.) Στη γυναίκα μου πρότειναν να κάνω εδώ μια ομιλία εκλαϊκευτικού χαρακτήρα, για αγαθοεργό σκοπό. Λοιπόν, εντάξει. Για μένα, έτσι κι αλλιώς, ,είναι απολύτως το ίδιο. Δεν είμαι, βέβαια, καθηγητής κι είμαι ξένος μέσα στον επιστημονικό χώρο, ωστόσο όμως, παρ' όλ' αυτά, πάνε τριάντα χρόνια τώρα, χωρίς σταματημό που ακόμα και σε βάρος της προσωπικής μου υγείας και τα λοιπά και τα λοιπά, εργάζομαι σε θέατρα τα οποία έχουν αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα, κάνω διάφορους στοχασμούς κι ακόμα, αν μπορείτε να  το φανταστείτε, γράφω πότε πότε άρθρα επιστημονικά, δηλαδή όχι απολύτως επιστημονικά, αλλά, συγχωρήστε με για την έκφραση, περίπου σαν επιστημονικά. Μεταξύ των άλλων, έγραψαa αυτές τις μέρες ένα πολύ μεγάλο άρθρο με επικεφαλίδα:«Η ζημία που προκαλούν μερικά έντομα». Στις κόρες μου το άρθρο αυτό άρεσε πάρα πολύ και ιδιαιτέρως στο σημείο που αναφέρει τους κοριούς. Όσο για μένα, ,το διάβασα ολόκληρο κι ύστερα το έκανα χίλια κομμάτια, γιατί, ό,τι και να γράψεις κι όπως κι αν το γράψεις, χωρίς την περσική σκόνη δεν κάνεις τίποτα. Σε μας, στο σπίτι, ,ακόμα και στο πιάνο, έχει κοριούς... Σαν αντικείμενο της σημερινής μου ομιλίας διάλεξα, να το πω έτσι, τη βλάβη που επιφέρει σ' όλους τους ανθρώπους η χρήση του καπνού. Εγώ ο ίδιος καπνίζω, η γυναίκα μου όμως με πρόσταξε να σας ομιλήσω για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού. Έτσι, λοιπόν, δεν έχω τίποτα να σας πω. Ο καπνός δε µ' ενδιαφέρει καθόλου, αλλά εσείς, αγαπητοί μου κύριοι, προτείνω να δείτε την παρούσα ομιλία με την πρέπουσα σοβαρότητα, αλλιώς δε θα έχετε κανένα όφελος απ' αυτή. Όποιον, λοιπόν, τον φοβίζει μια στεγνή επιστημονική ομιλία, σε όποιον δεν αρέσει, μπορεί να μην την παρακολουθήσει
και να βγει έξω. (Διορθώνει το γιλέκο.) Ζητώ ιδιαιτέρως την προσοχή των κυρίων γιατρών που παρευρίσκονται εδώ, οι οποίοι μπορούν να αποκομίσουν από την ομιλία μου πολλές ωφέλιμες πληροφορίες, διότι ο καπνός, εκτός από τις βλαβερές επιδράσεις του, χρησιοποιείται και στην ιατρική. Αν, για παράδειγμα, κλείσετε μια μύγα μέσα σε μία ταπακιέρα, αυτή θα ψοφήσει, πιθανόν από διατάραξη των νεύρων. Ο καπνός, κατά κύριο λόγο, είναι φυτό... Όταν ομιλώ, παίζει συνήθως το δεξί μου μάτι, αλλά εσείς μη δίνετε σημασία. Είναι από τη συγκίνηση. Γενικά, ,είμαι πολύ νευρικός άνθρωπος και το μάτι μου άρχισε να παίζει από τις 13 Σεπτε βρίου του 1889, ακριβώς την ηέρα που η γυναίκα μου γέννησε, κατά κάποιον τρόπο, την τέταρτη κόρη μας, τη Βαρβάρα. Όλες οι κόρες μου γεννήθηκαν στις        
13 του μηνός. Ωστόσο (κοιτάζει το ρολόι), επειδή ο χρόνος είναι περιορισμένος, ας μην ξεφύγουμε από το αντικείμενο της ομιλίας. Πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι η γυναίκα μου διατηρεί σχολή μουσικής, καθώς και ιδιωτικό οικοτροφείο, δηλαδή όχι ακριβώς οικοτροφείο, αλλά κάτι σαν οικοτροφείο. Μιλώντας τώρα μεταξύ μας. η γυναίκα μου παραπονιέται συνέχεια ότι δεν της φτάνουν τα λεφτά, αλλά, παρ' όλο που εγώ είαι τελείως απένταρος, αυτή έχει κρυμμένες καμιά σαρανταριά ως πενήντα χιλιάδες. Τι να πω περισσότερο! Στο οικοτροφείο είμαι διευθυντής του οικονομικού τμήματος. Κάνω τις προμήθειες, ελέγχω το προσωπικό, καταχωρώ τα έξοδα, ράβω τα τετράδια, εξολοθρεύω τους κοριούς, πιάνω τα ποντίκια... Χθες το βράδυ έπρεπε να δώσω στη μαγείρισσα αλεύρι και βούτυρο, γιατί ζήτησαν να τους φτιάξουν τηγανίτες. Να μην τα πολυλογώ, όταν σήμερα έψησαν τις τηγανίτες, ήρθε στην κουζίνα η γυναίκα μου και είπε ότι τρεις οικότροφοι δε θα φάνε επειδή έχουν πρηστεί οι αδένες τους. Περίσσεψαν, λοιπόν, αρκετές τηγανίτες. Ρωτάω εγώ: Πού θέλετε να τις φυλάξω; Στην αρχή η γυναίκα μου πρόστάξε να τις πάμε στο υπόγειο, ύστερα όμως σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και λέει: «Να τις φας εσύ, παλιόσκιαχτρο». Όταν είναι στις κακές της, έτσι με φωνάζει, ή σκιάχτρο ή μοχθηρό ή σατανά. Γιατί ε ίμαι σατανάς; Αυτή πάντοτε είναι στις κακές της. Εγώ όχι απλώς έφαγα τις τηγανίτες αλλά τις κατάπια αμάσητες, επειδή, όπως πάντα, ήμουν νηστικός. Χθες το βράδυ, για παράδειγα, δε μου έδωσε φαγητό. «Εσένα, σκιάχτρο» είπε «για ποιο λόγο να σε ταΐσω ... » Όμως (κοιτάζει το ρολόι) ξεχαστήκαμε με την κουβέντα και ξεφύγαμε λίγο απ' το θέμα μας. Συνεχίζουμε. Αν και βέβαια θα ακούγατε τώρα πιο ευχάριστα ένα μυθιστόρηα ή κάποια μουσική συφωνία ή μια άρια.. (Αρχίζει να τραγουδάει)
«Τώρα που η μάχη μαίνεται, χτυπάει ο εχθρός, εμείς δε θα κιοτέψουμε, τραβάμε πάντα μπρος...» δε θυμάμαι πού το άκουσα... Στο μεταξύ ξέχασα να σας πω ότι στη σχολή μουσικής της γυναίκας μου, εκτός από την οικονομική διεύθυνση, έχω στις πλάτες μου και τη διδασκαλία των μαθηματικών, της φυσικής, της χημείας, της γεωγραφίας, της ιστορίας, του σολφέζ, της λογοτεχνίας και άλλων. Ο χορός, η ωδική και η ζωγραφική διδάσκονται από τη γυναίκα μου με ξεχωριστή αμοιβή, μόνο που το χορό και την ωδική τα διδάσκω εγώ. Η σχολή μας βρίσκεται στην πάροδο που λέγεται των Πέντε Σκύλων, στον αριθό 13. Αυτός ίσως είναι ο λόγος που έχω τόσες ατυχίες στη ζωή μου,  επειδή μένουμε στο σπίτι με αριθό 13. Οι κόρες μου γεννήθηκαν κι αυτές στις 13 του μηνός και στο σπίτι μας υπάρχουν 13 παράθυρα... Πώς να το εξηγήσω αυτό, τι να πω! Αν θέλετε να μιλήσετε με τη γυναίκα μου,  μπορείτε να τη βρείτε στο σπίτι οποιαδήποτε ώρα. Όσο για το πρόγραμμα της σχολής, εφόσον το θέλετε, πουλιέται στο θυρωρό προς 30 καπίκια το αντίτυπο. (Βγάζει απ' την τσέπη μερικές προσούρες.) Να, αν θέλετε,  μπορώ να σας το διαθέσω. Το καθένα 30 καπίκια! Ποιος θέλει; (Παύση.) ε θέλει κανένας; Λοιπόν, 20 καπίκια. (Παύση.) Λυπάμαι. Μάλιστα, σπίτι No 13! Τίποτα δε μου πάει καλά, ,γέρασα, ,αποβλακώθηκα... Κάνω τώρα μια διάλεξη, φαίνομαι ότι είμαι εύθυμος, αλλά από μέσα μου θέλω να βάλω τις φωνές ή να πετάξω και να βρεθώ μακριά στα πέρατα της οικουμένης. Ούτε το παράπονο μου μπορώ να πω σε κάποιον, μου 'ρχεται ακόμα και να κλάψω... Θα μου πείτε: Οι κόρες σας... Τι οι κόρες μου; Εγώ τους μιλάω κι αυτές γελούν... Η γυναίκα μου έχει εφτά κόρες... Όχι, με συγχωρείτε, νομίζω, έξι... (δυνατά.) Εφτά! Η πιο μεγάλη είναι η Άννα, είκοσι εφτά χρονών, και η μικρότερη δεκαεφτά. Αγαπητοί μου κύριοι! (Κοιτάζει γύρω του.) Είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, κατάντησα ηλίθιος, τιποτένιος. Στην πραγματικότητα, βέβαια, εσείς αυτή τη στιγμή έχετε μπροστά σας τον πιο ευτυχισμένο πατέρα του κόσμου. Κανονικά έτσι θα έπρεπε να είναι, ούτε τολμώ να πω κάτι διαφορετικό. Αν όμως ξέρατε! Με τη γυναίκα μου έζησα τριάντα τρία χρόνια και μπορώ να πω ότι ήταν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου, όχι ακριβώς τα καλύτερα, αλλά το λέω έτσι, γενικώς. Με μια λέξη, αυτά τα χρόνια, για να πω την αλήθεια, κύλησαν χωρίς να το καταλάβω, ήταν σαν μια ευτυχισμένη στιγμούλα, που να πάρει ο διάολος. (Κοιτάζει γύρω του.) Ωστόσο, νομίζω ότι αυτή δεν ήρθε ακόμα, ,κι αφού απουσιάζει, μπορώ να μιλήσω και να πω ό,τι θέλω. Φοβάμαι, φοβάμαι τρομερά όταν με κοιτάζει. Και, μα την αλήθεια, σας λέω: Οι κόρες μου μένουν τόσο καιρό ανύπαντρες επειδή, ίσως, είναι άτολμες και ντροπαλές, κι επειδή οι άντρες δεν τις βλέπουν ποτέ. Βραδινές συγκεντρώσεις δε θέλει να κάνει, δεν προσκαλεί κανέναν για φαγητό, είναι πολύ τσιγκούνα, δύστροπη θυμωμένη κυρία και γι' αυτό κανένας δεν έρχεται στο σπίτι, αλλά... μεταξύ μας και υπό εχεμύθεια, θα σας το πω... (Πλησιάζει στη ράπα.) Μπορείτε να δείτε τις κόρες της γυναίκας μου τις μεγάλες γιορτές στη θεία της, τη Ναταλία Σεμιόνοβα, αυτή που υποφέρει από ρευματισμούς και κυκλοφορεί μ' ένα φόρεμα τόσο κίτρινο και με μαύρους λεκέδες, που φαίνεται σαν να είναι γεμάτη από κατσαρίδες. Μ' αυτό το φόρεμα προσφέρει και τους μεζέδες. Όταν η γυναίκα μου δεν είναι εκεί, μπορεί να κάνει κι αυτό... (Χτυπάει το σβέρκο του.) Πρέπει να σημειώσετε ότι εγώ μεθάω μ' ένα ρακοπότηρο κι αισθάνομαι μέσα μου όμορφα, αλλά την ίδια ώρα λυπάμαι κιόλας, λυπάμαι τόσο πολύ, που δεν μπορώ να το εκφράσω με λόγια. Δίχως να το καταλαβαίνω, θυμάμαι τα χρόνια της νιότης μου και, για κάποιο λόγο, με διακατέχει η επιθυμία να φύγω, να το σκάσω. Αχ, αν μόνο ξέρατε πόσο το θέλω αυτό! (Εμψυχωμένος) Να τρέξω, να τα παρατήσω όλα και να πάρω των οματίων μου χωρίς να κοιτάξω πίσω.. Πού να πάω; Ούτε με νοιάζει... αρκεί ν' απαλλαγώ απ' αυτή την άθλια, την πρόστυχη και ψεύτικη ζωή που με μασκάρεψε και μ' έκανε ένα γηραλέο κι αξιοθρήνητο βλάκα, ένα γηραλέο κι αξιοθρήνητο ηλίθιο. Να φύγω απ' αυτή τη χαζή, τη ρηχή, γεμάτη κακία, κακία, κακία, αρχιτσιγκούνα, απ' τη γυναίκα μου, η οποία με βασάνισε τριάντα τρία χρόνια, να φύγω απ' τη μουσική, απ' την κουζίνα, απ' τα λεφτά της κι απ' όλες αυτές τις αθλιότητες και τις μικρότητες... και να σταματήσω κάπου πολύ, πολύ μακριά, στους αγρούς, να σταθώ όρθιος σαν δέντρο, σαν στύλος, όπως το σκιάχτρο στο λαχανόκηπο, κάτω απ' το διάπλατο ουρανό, και να κοιτάζω όλη τη νύχτα το σταματημένο από πάνω μου ήσυχο και λαμπρό φεγγάρι και να ξεχάσω, να ξεχάσω... πώς θα ήθελα να μη θυμάμαι τίποτα! Πώς θα ήθελα να σχίσω από πάνω μου αυτό το άτιμο παλιοφράκο, που το φορούσα όταν στεφανώθηκα, εδώ και τριάντα χρόνια... (τραβάει από πάνω του το φράκο) που το φοράω και τώρα όταν κάνω ομιλία για αγαθοεργό σκοπό... Να, να! (Τσαλαπατάει το φράκο.) Να, να! Είμαι ένας αξιολύπητος φτωχόγερος, σαν αυτό εδώ το γιλέκο με τη φθαρμένη και ξεθωριασμένη ράχη... (δείχνει τη ράχη.) Τίποτα δε μου χρειάζεται! Είμαι ανώτερος και καθαρότερος απ' αυτά, κάποτε ήμουν νέος, έξυπνος, σπούδασα στο πανεπιστήμιο, είχα όνειρα στη ζωή μου, θεωρούσα τον εαυτό μου άνθρωπο... Τώρα δεν έχω ανάγκη από τίποτα! Τίποτα εκτός από ηρεμία... εκτός από ηρεμία! (Κοιτάζει στο πλευρό, φοράει γρήγορα το φράκο.) Όμως πίσω στα παρασκήνια στέκεται η γυναίκα μου... Ήρθε και με περιένει εκεί... (Κοιτάζει το ρολόι.) Ο χρόνος μας πέρασε... Αν σας ρωτήσει, κάντε μου τη χάρη, σας παρακαλώ, να της πείτε ότι η ομιλία ήταν... ότι το σκιάχτρο, δηλαδή εγώ, στάθηκε εδώ με αξιοπρέπεια. (Κοιτάζει στο πλευρό, ξεροβήχει.) Κοιτάζει προς τα εδώ... (Υψώνει τη φωνή.)Με βάση το γεγονός ότι ο καπνός εμπεριέχει φοβερό δηλητήριο, για το οποίο μόλις τώρα σας μίλησα, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να καπνίζετε και θέλω, με κάποιον τρόπο, να ελπίζω ότι η ομιλία μου αυτή «για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού» θα σας είναι ωφέλιμη. Αυτά είχα να σας πω. Dixi et animam levavi*!
(Υποκλίνεται και φεύγει μεγαλοπρεπώς.)

* Μίλησα και ξαλάφρωσε η ψυχή μου..

ΤΕΛΟΣ



Η ΑΡΚΟΥΔΑ

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ

ΚΩΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ

ΠΡΟΣΩΠΑ TOΥ ΕΡΓΟΥ
Ελένα Ιβάνοβα Ποπόβα:
νέα, χήρα, με λακκουβάκια στα μάγουλα, κτηματίας..
Γκριγκόριι Στεπάνοβιτς Σμιρνόφ: κτηματίας, μεσήλικας
Λούκα: γέροντας, υπηρέτης της Ποπόβα.

Στη σάλα, στο αγρόκτημα της Ποπόβα

ΣΚΗΝΗ Ι
Η Ποπόβα σε βαθύ πένθος, με προσηλωμένα τα μάτια σε μια φωτογραφία και ο Λουκά

ΛΟΥΚΑ: Δεν κάνετε καλά, κυρία. Τον εαυτό σας μόνο καταστρέφετε. Η καμαριέρα και η μαγείρισσα πήγαν να μαζέψουν βατόμουρα, τα ζωντανά όλα χαίρονται, ακόμα και η γάτα ξέρει κι αυτή να χαίρεται, κάνει βόλτες στην αυλή και πιάνει πουλάκια. Εσείς όμως κάθεστε όλη μέρα µέσα στο δωμάτιο, σαν να ήσαστε στο μοναστήρι. Καμία χαρά, καμία ευχαρίστηση. Μάλιστα, έτσι είναι! Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος που δε βγαίνετε έξω απ' το σπίτι!
ΠΟΠΟΒΑ: Αυτό ποτέ δε θα το κάνω... Για ποιο λόγο να βγω; Δεν υπάρχει πια ζωή για ένα. Αυτός είναι θαμμένος στον τάφο κι εγώ σ' αυτούς τους  τέσσερις τοίχους... Είμαστε κι οι δυο πεθαμένοι.
ΛΟΥΚΑ: Ελάτε τώρα! Καλύτερα να μην ακούω να λέτε τέτοια λόγια. Ο Νικολάι Μιχαήλοβιτς πέθανε, έτσι ήταν γραφτό, θέλημα Θεού, ας είναι στη Βασιλεία των Ουρανών... Τον κλάψατε και τον θρηνήσατε αρκετά, φτάνει πια. Μην ξεπερνάτε τα όρια. Μην κλαίτε αιωνίως και φοράτε πένθος. Πέθανε και η δική μου γριά όταν ήρθε η ώρα της... Λοιπόν; Τη θρήνησα, έκλαιγα ένα μήνα και τελείωσα μαζί της. Θα της πήγαινε πολύ αν έκανα το φουκαρά μια ολόκληρη ζωή. (Αναστενάζει.) Έχετε ξεχάσει όλους τους γείτονες... Ούτε εσείς πάτε ούτε και τους δέχεστε για επίσκεψη. Με συγχωρείτε, αλλά ζούμε σαν τις αράχνες εδώ, δε βλέπουμε το φως της μέρας. Τη λιβρέα με τα σιρίτια την έφαγαν τα ποντίκια... Λες και δεν υπάρχουν άνθρωποι καλοί, άνθρωποι που να έχουν κι ενδιαφέρον. Μα η γειτονιά είναι γεμάτη από κυρίους... Στο Ρίπλοβο έχει στρατοπεδεύσει ένα σύνταγμα, οι αξιωματικοί είναι να, σκέτη γλύκα, δε χορταίνεις να τους βλέπεις! Στους καταυλισμούς δεν περνάει Παρασκευή που να μην έχει χορό και σχεδόν κάθε μέρα παίζει μουσική η στρατιωτική μπάντα... Αχ, καλή μου κυρία! Είστε νέα, όμορφη, ροδοκόκκινη, πρέπει να ζήσετε, να απολαύσετε τη ζωή σας... Η ομορφιά όμως δεν είναι παντοτινή! Ύστερα από δέκα χρόνια θα θελήσετε, βέβαια, να σεργιανάτε σαν την παγόνα και να κουνάτε την ουρά σας στους κυρίους αξιωματικούς, αλλά τότε θα είναι πια αργά.
ΠΟΠΟΒΑ (αποφασιστικά): Σε παρακαλώ, μη μου μιλάς γι' αυτό! Το ξέρει ς καλά ότι από τον καιρό που πέθανε ο Νικολάι Μιχαήλοβιτς η ζωή για ένα έχει χάσει όλη την αξία της. Εσένα σου φαίνεται ότι είμαι ζωντανή, έτσι φαίνομαι, αλλά δεν είμαι! Ορκίστηκα να μη βγάλω αυτό το πένθος μέχρι να πεθάνω, να μη βλέπω τον κόσμο. Ακούς; Ας βλέπει τώρα η ψυχή του πόσο τον αγαπώ... Ξέρω ακόμα, κι αυτό για σένα δεν είναι μυστικό, ότι πολλές φορές ήταν άδικος μαζί μου, ήταν τραχύς, κι ακόμα... ήταν κι άπιστος, εγώ όμως θα είμαι πιστή ως τον τάφο και θα του αποδείξω ότι ξέρω να αγαπώ. Εκεί, στον άλλο κόσμο, θα με βλέπει ίδια, όπως ακριβώς και προτού πεθάνει...
ΛΟΥΚΑ: Τι νόημα έχουν αυτά τα ίδια και τα ίδια λόγια. Θα ήταν καλύτερα να κάνατε έναν περίπατο στο δασάκι και να δίνατε εντολή να ζέψουν τον Τόπι ή τον Γίγα για να πάτε μια επίσκεψη στους γείτονες...
ΠΟΠΟΒΑ: Αχ! (Κλαίει.)
ΛΟΥΚΑ: Κυρά μου! Αφέντισσα! Τι πάθατε; Ας είναι ο Χριστός μαζί σας!!
ΠΟΠΟΒΑ: Αγαπούσε τόσο πολύ τον Τόπι! Πάντοτε μ' αυτόν πήγαινε στους Κορτσάγκιν και στους Βλάσοφ. Πόσο υπέροχα ήξερε να ιππεύει! Πόση χάρη είχε η κορμοστασιά του όταν τραβούσε τα γκέμια! Το θυμάσαι; Τόπι, Τόπι! Πες να του δώσουν σήμερα μια μερίδα περισσότερη βρόμη!
ΛΟΥΚΑ: Όπως προστάξετε!
Ακούγεται διαπεραστικός χτύπος.
ΠΟΠΟΒΑ (ανατριχιάζει): Ποιος είναι; Να πεις ότι δε δέχομαι κανέναν!
ΛΟΥΚΑ: Μάλιστα! (Φεύγει.)

ΣΚΗΝΗ II
Ποπόβα μόνη
ΠΟΠΟΒΑ (κοιτάζοντας τη φωτογραφία): Θα δεις, Nicolas, πως ξέρω να αγαπώ και να συγχωρώ... Η αγάπη θα σβήσει κι αυτή μαζί με μένα, όταν η φτωχή μου καρδιά σταματήσει να χτυπάει. (Γελάει με δάκρυα στα μάτια.) Εσύ δεν αισθάνεσαι ντροπή; Εγώ είμαι η υπάκουη και πιστή γυναικούλα σου, κλείδωσα τον εαυτό μου με λουκέτο, θα σου είμαι πιστή μέχρι τον τάφο, κι εσύ... εσύ παχουλό μου μωρουδάκι, δεν ντρέπεσαι λίγο; Με απατούσες, μου έκανες σκηνές, μ' άφηνες να περνάω μόνη μου ολόκληρες βδομάδες...

ΣΚΗΝΗ III
Η Ποπόβα και ο Λουκά.
ΛΟΥΚΑ (παίνει ταραγμένος): Κυρία, κάποιος ρωτάει για σας. Θέλει να σας δει...
ΠΟΠΟΒΑ: Μα του είπες ότι από τη μέρα που έχασα τον άντρα μου δε δέχομαι κανέναν;
ΛΟΥΚΑ: Του το είπα, αλλ' αυτός ούτε ν' ακούσει δε θέλει, λέει ότι είναι μεγάλη ανάγκη
ΠΟΠΟΒΑ: Δε δέ-χο-μαι!!
ΛΟΥΚΑ: Το είπα, αλλά... πώς να σας πω, κάνει σαν αγριάνθρωπος... βρίζει, χίμηξε μέσα στα δωμάτια... είναι στην τραπεζαρία τώρα.
ΠΟΠΟΒΑ (εκνευρισμένη): Καλά, πες του να περάσει..... Τι ανάγωγοι! (Ο Λουκά φεύγει.) Πόσο κουραστικοί είναι αυτοί οι άνθρωποι! Τι να θέλει από μένα; Γιατί μου χαλάει την ησυχία; (Αναστενάζει) Όχι, όχι, είναι φανερό πια ότι θα πρέπει πραγματικά να πάω σε μοναστήρι... (Συλλογίζεται.) Ναι, σε μοναστήρι...

ΣΚΗΝΗ IV
Η Ποπόβα. ο Λουκά και ο Σμιρνόφ
ΣΜΙΡΝΟΦ (μπαίνοντας, στον Λουκά): Ηλίθιε, ,πολυλογά... Γαϊδούρι! (Βλέποντας την Ποπόβα, με αξιοπρέπεια.) Κυρία μου, έχω την τιμή να παρουσιαστώ: απόστρατος υπολοχαγός του πυροβολικού, γαιοκτήμονας, Γκριγκόριι Στεπάνοβιτς Σμιρνόφ! Είμαι αναγκασμένος να σας ενοχλήσω για μια πολύ σοβαρή υπόθεση...
ΠΟΠΟΒΑ (χωρίς να δώσει το χέρι): Τι θα θέλατε;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Ο μακαρίτης ο σύζυγος σας, τον οποίο είχα την τιμή να γνωρίσω, έχει αφήσει απλήρωτες δυο συναλλαγματικές χιλίων διακοσίων ρουβλιών. Επειδή αύριο πρέπει να πληρώσω τους τόκους στην Αγροτική Τράπεζα, θα σας παρακαλούσα, κυρία μου, να μου εξοφλήσετε οπωσδήποτε σήμερα..
ΠΟΠΟΒΑ: Χίλια διακόσια... Κι από πού είναι αυτό το χρέος του άντρα μου;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Αγόρασε από μένα βρόμη.
ΠΟΠΟΒΑ (παίρνοντας βαθιά ανάσα, στον Λουκά): Έτσι λοιπόν, Λουκά, μην ξεχάσεις να τους πεις να δώσουν στον Τόπι μια μερίδα περισσότερη βρόμη. (Ο Λουκά φεύγει. Στον Σμιρνόφ.) Αν ο Νικολάι Μιχαήλοβιτς έμεινε χρεώστης απέναντι σας, είναι αυτονόητο ότι θα σας πληρώσω. Σας παρακαλώ όμως να με συγχωρήσετε που σήμερα δεν έχω στη διάθεση μου λεφτά. Μεθαύριο θα επιστρέψει από την πόλη ο επιστάτης και θα τον προστάξω να σας εξοφλήσει κανονικά το χρέος. Αυτή τη στιγή δεν πορώ να εκτελέσω την επιθυμία σας... Εκτός αυτού, σήμερα συπληρώθηκαν εφτά μήνες από το θάνατο του άντρα μου και η διάθεση μου είναι τέτοια, που δεν είμαι σε θέση ν' ασχοληθώ με οικονομικά ζητήματα.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Και η δική μου διάθεση είναι τέτοια, που, αν δεν πληρώσω αύριο τους τόκους, θα χρεοκοπήσω ολοκληρωτικά χωρίς να το καταλάβω. Θα μου κατασχέσουν το κτήμα!
ΠΟΠΟΒΑ: Μεθαύριο θα λάβετε τα λεφτά σας.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δε χρειάζομαι τα λεφτά μεθαύριο αλλά σήμερα.
ΠΟΠΟΒΑ: Με συγχωρείτε, σήμερα δεν μπορώ να σας πληρώσω.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Κι εγώ δεν μπορώ να περιμένω ως μεθαύριο.
ΠΟΠΟΒΑ: Τι να κάνω, αφού τώρα δεν έχω!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δεν μπορείτε, δηλαδή, να πληρώσετε;
ΠΟΠΟΒΑ: Δεν μπορώ.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Χμ! Είναι η  τελευταία σας λέξη;
ΠΟΠΟΒΑ: Μάλιστα, η τελευταία μου.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Η τελευταία; Απολύτως;
ΠΟΠΟΒΑ: Απολύτως.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Ταπεινά σας ευχαριστώ. Το γράφουμε αυτό. (Σηκώνει τους ώους.) Μου λένε ύστερα ότι δεν κρατώ την ψυχραιμία μου! Προ ολίγου με συνάντησε στο δρόμο ο εισπράκτορας των έμμεσων φόρων και με ρώτησε: «Γιατί είστε πάντοτε θυμωμένος, Γκριγκόριι Στεπάνοβιτς;». Για όνομα του Θεού, πώς να μη θυμώνω; Μου χρειάζονται επειγόντως χρήματα... Χθες το πρωί, πριν καλά καλά ξημερώσει, γύρισα με τ ' αμάξι όλους τους οφειλέτες μου κι ούτε ένας απ' αυτούς δε με εξόφλησε! Βασανίστηκα σαν σκυλί, πέρασα τη νύχτα ένας θεός ξέρει πού -σ' ένα εβραίικο χάνι δίπλα σ' ένα μικρό βαρέλι βότκας... Τελικά έρχομαι εδώ, εβδοήντα βέρστια απ' το σπίτι μου, με  την ελπίδα να εισπράξω λεφτά, κι αντί γι' αυτό με σερβίρουν «διάθεση»! Πώς να μη θυμώσω;
ΠΟΠΟΒΑ: Νομίζω πως ήμουν σαφής απέναντι σας. Μόλις γυρίσει απ' την πόλη ο επιστάτης, τότε θα πάρετε τα λεφτά σας.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Εγώ δεν ήρθα στον επιστάτη αλλά σε σας! Τι στο διάολο, συγγνώμη για την έκφραση, μου χρειάζεται εμένα ο επ ιστάτης σας!?
ΠΟΠΟΒΑ: Με συγχωρείτε, αξιότιμε κύριε, δεν είμαι συνηθισένη σ' αυτές τις περίεργες εκφράσεις, ούτε σ' αυτό τον τόνο ομιλίας. Δε θα σας ακούσω περισσότερο. (Φεύγει βιαστικά.)

ΣΚΗΝΗ V
Σμιρνόφ  μόνος
ΣΜΙΡΝΟΦ: Πέστε μου, σας παρακαλώ! Ψυχική διάθεση, λέει. Ο άντρας της πέθανε πριν από εφτά μήνες! Εγώ όμως έχω να πληρώσω τόκους, ναι ή όχι; Σας ρωτώ: Πρέπει να πληρώσω τους τόκους ή δεν πρέπει; Εσείς, βέβαια, χάσατε τον άντρα σας, το καταλαβαίνω, είστε σε άσχημη ψυχική κατάσταση, σοφίζεστε διάφορα κόλπα... ο επιστάτης δεν ξέρω πού στο διάολο πήγε, εγώ όμως; Τι θα γίνει με μένα; Τι προστάζετε να κάνω; Να πετάξω ψηλά με το αερόστατο για να ξεφύγω απ' τους δανειστές μου; Αυτό να κάνω; Ή να πάρω φόρα και να σπάσω το κεφάλι μου στον τοίχο; Πάω με τ' αμάξι στον Γκρούζντεφ, δεν είναι στο σπίτι· ο Γιαροσέβιτς κρύφτηκε, με τον Κούριτσιν τσακώθηκα άσχημα και λίγο έλειψε να τον πετάξω απ' το παράθυρο. Πάω στον Μαζούτοφ, ανισόρροπος άνθρωπος· έρχομαι σ' αυτή εδώ, άσχημη διάθεση. Κανένας κανάγιας δεν πληρώνει! Κι αυτό γιατί τους έχω όλους παραχαϊδεένους, παρακαλάω κλαψιάρικα, ,είμαι άβουλος κι άτολμος! Είμαι και πολύ ευαίσθητος μαζί τους! Περιένετε όμως και θα δείτε! Θα με γνωρίσετε απ' την καλή τώρα! Δε θα σας επιτρέψω να μου κάνετε αυτά τα κόλπα, που να πάρει ο διάολος! Θα μείνω εδώ και θα σέρνομαι όλη μέρα, μέχρι να με πληρώσει! Μπρρ! Πόσο εξοργίστηκα σήμερα, πόσο εξοργίστηκα! Απ' το θυμό τρέμουν τα πόδια μου, κόπηκε η ανάσα μου... Ουφ, Θεέ μου, μου 'ρχεται να λιποθυμήσω! (Φωνάζει.) Είναι κανείς εκεί;

ΣΚΗΝΗ VI
Ο Σμιρνόφ  και ο Λουκά
ΛΟΥΚΑ (μπαίνει): Θέλετε τίποτε;;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δώσ' μου λίγο κβας  ή νερό! (Ο Λουκά φεύγει.) Δεν την καταλαβαίνω εγώ αυτή τη λογική!!! Να έχεις τόσο μεγάλη ανάγκη από λεφτά, να είσαι με τη θηλιά στο λαιμό, κι αυτή να μην πληρώνει, επειδή, λέει, δεν είναι σε κατάσταση να ασχοληθεί με οικονοικά ζητήματα! Γνήσια γυναικεία λογική, φτερό στον άνεμο! Να γιατί ποτέ δε μ' άρεσε, ούτε και τώρα µ' αρέσει, να συζητάω με γυναίκες. Καλύτερα να κάθομαι πάνω σ' ένα βαρέλι ε μπαρούτι παρά να μιλάω µε μια γυναίκα. Μπρρ! Με πιάνει ανατριχίλα -τόσο πολύ μ' εξόργισε αυτό το παλιοθήλυκο! Μου φτάνει να ιδώ, έστω κι από μακριά, ένα ποιητικό πλάσμα, κι απ' τη σύγχυση αρχίζω να αισθάνομαι σπασμούς στις γάμπες μου. Μου 'ρχεται να φωνάξω βοήθεια.

ΣΚΗΝΗ VII
Ο Σμιρνόφ  και ο Λουκά
ΛΟΥΚΑ (παίνει και δίνει το νερό): Η οικοδέσποινα είναι άρρωστη και δε δέχεται.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Φύγε από δω! (Ο Λουκά φεύγει.) Άρρωστη και δε δέχεται! Πολύ χαλά, μη δέχεσαι... Θα μείνω και θα καθίσω εδώ μέχρι να μου δώσεις τα λεφτά. Θα ε ίσαι εσύ άρρωστη μια βδομάδα, μια βδομάδα θα μείνω κι εγώ... Θα είσαι άρρωστη ένα χρόνο, ένα χρόνο κι εγώ... Τα λεφτά μου θα τα πάρω, κυρία μου! Δε θα με συγκινήσεις εσύ με το πένθος και με τα λακκουβάκια στα μάγουλα... Τα ξέρουμε εμείς αυτά τα λακκουβάκια! (Φωνάζει στο παράθυρο.) Σεμιόν, ξέζεψε τ' άλογα! Θ' αργήσουε να φύγουμε! Εγώ θα μείνω εδώ! Πες εκεί στο στάβλο να δώσουν στ' άλογα βρόμη! Το αριστερό άλογο πάλι μπερδεύτηκε στα γκέμια, παλιοζωντόβολο! (Τον μιμείται κοροϊδευτικά.) Δ...δ ...δεν πειράζει... Θα σε κανονίσω εγώ -δ ... δ ... δεν πειράζει! (Φεύγει απ' το παράθυρο.) Νιώθω απαίσια... κάνει ανυπόφορη ζέστη, λεφτά δε δίνει κανένας, είμαι άυπνος όλη νύχτα κι από πάνω αυτή εδώ η βαρυπενθούσα με τη... διάθεση. Το κεφάλι μου πονάει... Να έπινα λίγη βότκα; Δε θα ήταν άσχημα. (Φωνάζει.) Ε, πού είσαι; Έλα δω!
ΛΟΥΚΑ (μπαίνει): Τι θέλετε;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δώσ' μου ένα ποτηράκι βότκα! ( Ο Λουκά φεύγει.) Ουφ! (Κοιτάζει προσεκτικά τον εαυτό του.) Σπουδαία εμφάνιση έχω, μα την αλήθεια! Κατασκονισμένος, με βρόμικες μπότες, άπλυτος, αχτένιστος, και με άχυρα στο γιλέκο μου... Η αρχοντοπούλα σίγουρα θα με πήρε για κανένα ληστή. (Χασμουριέται.) Δεν ήταν τόσο ευγενικό να εμφανιστώ έτσι στο σαλόνι, αλλά τι να γίνει, δεν πειράζει... δεν ήρθα εδώ σαν επισκέπτης. Είμαι ένας πιστωτής. Για τους πιστωτές δεν υπάρχει κανονισμός ενδυμασίας.
ΛΟΥΚΑ (μπαίνει και προσφέρει τη βότκα): Επιτρέπετε πολλά ανοίγματα στον εαυτό σας, κύριε...
ΣΜΙΡΝΟΦ (με θυμό): Τ ι είπατε;
ΛΟΥΚΑ: Εγώ; Τίποτα... τίποτα... στον εαυτό μου κάτ ι...
ΣΜΙΡΝΟΦ: Με ποιον νομίζεις ότι μιλάς; Σκασμός!
ΛΟΥΚΑ (γυρίζοντας το κεφάλι): Μας κάθισε στο σβέρκο, ο αγριάνθρωπος... Ποιος σατανάς τον έφερε εδώ; (φεύγει.)
ΣΜΙΡΝΟΦ: Αχ, πόσο έχω συγχυστεί! Είμαι τόσο θυμωμένος, που νομίζω ότι θα κάνω σκόνη όλο τον κόσμο... Θα λιποθυμήσω μου φαίνεται... (Φωνάζει.) Ε, συ!

ΣΚΗΝΗ VIII
Η Ποπόβα και ο Σμιρνόφ
ΠΟΠΟΒΑ (μπαίνει, με κατεβασμένα μάτια): Αξιότιμε κύριε, μέσα στη μοναξιά μου, έχω ξεσυνηθίσει πια από καιρό στην ανθρώπινη ομιλία και δεν μπορώ να υποφέρω τις φωνές, σας παρακαλώ θερμά να μη διαταράσσετε την ηρεμία μου.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δώστε μου τα λεφτά και θα φύγω.
ΠΟΠΟΒΑ: Σας το είπα στα ρωσικά: Αυτή τη στιγμή δεν έχω διαθέσιμα χρήματα, περιμένετε ως μεθαύριο.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Κι εγώ, επίσης, είχα την τιμή να σας το πω στα ρωσικά: Τα χρήματα δεν τα χρειάζομαι μεθαύριο αλλά σήμερα. Αν δε με πληρώσετε σήμερα, αύριο θα πρέπει να πάω να κρεμαστώ!
ΠΟΠΟΒΑ: Μα τι να κάνω, αφού χρήματα δεν έχω; Περίεργο και τούτο!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δηλαδή δε θα με πληρώσετε τώρα; Όχι;
ΠΟΠΟΒΑ: Δεν μπορώ.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Σ' αυτή την περίπτωση, εγώ θα μείνω εδώ και θα καθίσω μέχρι να εισπράξω... (Κάθεται) Θα με πληρώσετε μεθαύριο; Θαυμάσια! Μέχρι μεθαύριο θα παραμείνω καθιστός, να, έτσι. Μάλιστα, έτσι θα κάθομαι... (Αναπηδάει.) Σας ρωτώ: Πρέπει αύριο να πληρώσω τους τόκους, ναι ή όχι; Ή νομίζετε ότι αστειεύομαι;
ΠΟΠΟΒΑ: Αξιότιμε κύριε,  μη φωνάζετε, σας παρακαλώ! Δεν είναι στάβλος εδώ!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δε σας  ρωτάω εγώ  για κανένα στάβλο. Σας μιλάω για τους τόκους, πρέπει ή δεν πρέπει να τους πληρώσω αύριο;
ΠΟΠΟΒΑ: Δεν ξέρετε να φέρεστε σε μια γυναίκα!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Κάθε άλλο, εγώ ξέρω να φέρομαι σε μια γυναίκα!
ΠΟΠΟΒΑ: Όχι, δεν ξέρετε! Δεν έχετε καλή ανατροφή, είστε άξεστος! Οι καλοί κι έντιμοι άνθρωποι δε μιλούν μ' αυτό τον τρόπο στις γυναίκες!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Αυτό που λέτε είναι φοβερό! Πώς, λοιπόν, προστάζετε να μιλώ μαζί σας; Μήπως στα γαλλικά; (Πολύ ενοχλημένος, λεπταίνει τη φωνή σαν μικρό παιδί.) Μαντάμ, ζε βου πρι... είμαι τόσο ευτυχής που δε μου δίνετε τα λεφτά... Αχ, παρντόν που σας ενόχλησα! Ο καιρός σήμερα είναι τόσο θαυάσιος! Κι αυτό το πένθος σάς πάει τόσο πολύ! (Υποκλίνεται.)
ΠΟΠΟΒΑ: Καθόλου έξυπνο, κι αγενέστατο.
ΣΜΙΡΝΟΦ (μιμείται): Καθόλου έξυπνο, κι αγενέστατο! Δεν ξέρω να φέρομαι σε μια γυναίκα! Εγώ, κυρία μου, έχω δει πολύ περισσότερες γυναίκες στη ζωή μου απ' ό,τι είδατε εσείς σπουργίτια! Μονομάχησα τρεις φορές εξαιτίας των γυναικών, παράτησα δώδεκα και με παράτησαν εννιά! Μάλιστα, μάλιστα! Κάποτε έκανα σαν τρελός, ήμουν τρυφερός, αισθηματίας, μελιστάλαχτος, έκανα κοπλιμέντα, στεκόμουν προσοχή μπροστά τους χτυπώντας τα τακούνια... Αγαπούσα, υπέφερα, ζούσα για τον έρωτα, εκστασιαζόμουν, έλιωνα, πάγωνα... Αγαπούσα με πάθος, με λύσσα, με κάθε τρόπο, που να ε πάρει ο διάολος, έβγαζα τρεμουλιαστές κραυγές σαν καρακάξα για τη χείραφέτηση των γυναικών και ξόδεψα τη μισή μου περιουσία για τα τρυφερά μου αισθήματα, αλλά τώρα είμαι ένας υπάκουος υπηρέτης! Δε θα με ξεγελάσετε τώρα! Αρκετά! Μαύρα και παθιάρικα μάτια, ροδοκόκκινα χείλια, λακκουβάκια στα μάγουλα, φεγγάρι, λόγια ψιθυριστά, κομμένη αναπνοή -για όλα αυτά, κυρία, δε δίνω τώρα ούτε μια χάλκινη δεκάρα! Δε μιλάω προσωπικά, αλλά ύλες οι γυναίκες, μικρές ή μεγάλες, είναι ναζιάρες, καμωματούδες, κουτσομπόλες, μοχθηρές, η λογική τους προκαλεί αγανάκτηση και, ειδικά γι' αυτό το τελευταίο (χτυπάει το μέτωπο του), με συγχωρείτε για την ειλικρίνεια, οποιονδήποτε φιλόσοφο με φούστα κι ένα σπουργίτι ακόμα τον περνάει στα σημεία δέκα πόντους! Κοιτάζεις ένα ποιητικό πλάσμα και βλέπεις: μουσελίνα, αιθέρια ύπαρξη, ημίθεα   -εκστασιάζεσαι, ενθουσιάζεσαι. Αν κοιτάξεις όμως την ψυχή της, θα δεις ένα συνηθισμένο κροκόδειλο! (Πιάνεται απ' τη ράχη της καρέκλας, η οποία τρίζει και σπάζει.) Αλλά εκείνο που με κάνει να αγανακτώ πιο πολύ απ' όλα είναι ότι αυτός ο κροκόδειλος, για κάποιο λόγο, φαντάζεται ότι το αριστούργημα του, το μονοπώλιο και προνόμιο του, είναι το τρυφερό αίσθημα! Εγώ δέχομαι να με κρεμάσετε, μα την αλήθεια, απ' αυτό εδώ το καρφί με τα πόδια ψηλά, αν η γυναίκα ξέρει ν' αγαπάει οποιονδήποτε άλλο εκτός από τα σκυλάκια του σαλονιού, τις λουλούδες... Το μόνο που γνωρίζει για την αγάπη είναι να γκρινιάζει και να βάζει τα κλάματα! Εκεί που ο άντρας υποφέρει και θυσιάζεται, εκεί όλη η αγάπη της γυναίκας εκδηλώνεται με το να γυρίζει την ουρά του φουστανιού εδώ κι εκεί και να προσπαθεί να τον έχει γερά πιασμένο απ' τη μύτη. Έχετε την ατυχία να είστε γυναίκα, γνωρίζετε δηλαδή από τον ίδιο τον εαυτό σας τη γυναικεία φύση. Πέστε μου λοιπόν την αλήθεια: Είδατε ποτέ στη ζωή σας γυναίκα που να ήταν ειλικρινής, πιστή και σταθερή; Δεν είδατε! Πιστές και σταθερές είναι μόνο οι γριές και οι άσχημες! Είναι πολύ πιο πιθανό να συναντήσετε μια γάτα με κέρατα ή μια άσπρη μπεκάτσα παρά μια σταθερή γυναίκα!
ΠΟΠΟΒΑ: Με συγχωρείτε, εσείς ποιος νομίζετε πως είναι πιστός και σταθερός στην αγάπη; Μήπως ο άντρας;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Βεβαίως ο άντρας!
ΠΟΠΟΒΑ: Ο άντρας! (Γελάει ενοχλημένη.) Ο άντρας πιστός και σταθερός στην αγάπη! Αυτό πραγματικά είναι νέο! (Ζωηρά.) Και με τι δικαίωμα το λέτε εσείς αυτό; Οι άντρες πιστοί και σταθεροί! Μια και το έφερε η κουβέντα, θα σας πω τώρα κι εγώ ότι ο καλύτερος απ' όλους τους άντρες τους οποίους γνώρισα και γνωρίζω στη ζωή μου ήταν ο μακαρίτης ο άντρας μου... Τον αγαπούσα με πάθος,  με όλη μου τη δύναμη, έτσι όπως μόνο μια νέα και λογική γυναίκα μπορεί να αγαπήσει. Του έδωσα τα νιάτα μου, την ευτυχία μου, τη ζωή μου, την περιουσία μου, ζούσα κι ανέπνεα γι' αυτόν, τον λάτρευα σαν είδωλο, και... και τι νομίζετε; Αυτός, ο πιο καλός απ' όλους τους άντρες, με απατούσε σε κάθε βήμα του με τον πλέον ασυνείδητο τρόπο! Μετά που πέθανε βρήκα στο γραφείο του ένα κουτί γεμάτο από ερωτικές επιστολές, κι όταν ζούσε -είναι φοβερό που το θυμάμαι- μ' άφηνε μόνη ολόκληρες εβδομάδες, φλερτάριζε μπροστά στα μάτια μου άλλες γυναίκες και μ' απατούσε, σκορπούσε τα λεφτά μου στον αέρα, έπαιζε με τα αισθήατα μου... Εγώ όμως, παρ' όλ'αυτά, τον αγαπούσα και του ήμουν πιστή... Και τώρα ακόμα, που αυτός δε ζει, δεν παύω να είμαι πιστή και σταθερή. Ενταφίασα για πάντα τον εαυτό μου σε τέσσερις τοίχους και μέχρι να με παν στο μνήμα μου δεν πρόκειται να βγάλω αυτό το πένθος...
ΣΜΙΡΝΟΦ (περιφρονητικό γέλιο): Πένθος! Δεν καταλαβαίνω, για ποιον με περνάτε; Λες και δεν ξέρω εγώ για ποιο λόγο φοράτε αυτό το αύρο ντόμινο και θάψατε τον εαυτό σας στους τέσσερις τοίχους! Βέβαια! Έχει τόση μυστικοπάθεια αυτό, είναι τόσο ποιητικό! Θα περάσει έφιππος δίπλα απ' το κτήμα κάποιος μαθητής στρατιωτικής σχολής ή κάποιος ψευτοποιητής, θα ρίξει μια ατιά στα παράθυρα και θα σκεφθεί: «Εδώ μένει η μυστικοπαθής Ταμάρα, η οποία, από την πολλή αγάπη που είχε στον άντρα της, έθαψε τον εαυτό της σε τέσσερις τοίχους». Τα ξέρουμε εμείς αυτά τα κόλπα!
ΠΟΠΟΒΑ (εκρήγνυται, κοκκινίζει): Τι είπατε; Πώς τολμάτε να μου τα λέτε εμένα όλα αυτά;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Θάψατε τον εαυτό σας ζωντανό, κι όμως να βάλετε πούδρα στο πρόσωπο σας καθόλου δεν ξεχάσατε!
ΠΟΠΟΒΑ: Πώς τολμάτε να μου μιλάτε έτσι;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Μη φωνάζετε, σας παρακαλώ, εγώ δεν είμαι επιστάτης σας! Επιτρέψτε μου να πω τα
πράγατα με τ' όνομα τους. Δεν είμαι γυναίκα κι έχω συνηθίσει να εκφράζω τη γνώμη μου στα
ίσια! Να μη φωνάζετε, σας παρακαλώ!
ΠΟΠΟΒΑ: Δεν είμαι εγώ αυτή που φωνάζει, αλλά εσείς! Αφήστε με, σας παρακαλώ, στην ησυχία μου!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δώστε μου τα λεφτά και θα φύγω.
ΠΟΠΟΒΑ: Δε θα σας δώσω τα λεφτά!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Όχι, θα μου τα δώσετε!!
ΠΟΠΟΒΑ: Από μένα τώρα, να, για πείσμα, δε θα πάρετε ούτε καπίκι! Μπορείτε να μ' αφήσετε ήσυχη!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δεν έχω την ευχαρίστηση να είμαι ούτε άντρας ούτε μνηστήρας σας, επομένως μη μου κάνετε σκηνές, σας παρακαλώ. (Κάθεται) Δε μ' αρέσει αυτό.
ΠΟΠΟΒΑ (αναστενάζει από θυμό): Καθίσατε;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Κάθισα.
ΠΟΠΟΒΑ: Παρακαλώ, φύγετε!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Δώστε τα λεφτά... (Γυρίζοντας από την άλλη το κεφάλι.) Αχ, πόσο συγχύστηκα! Πόσο συγχύστηκα!
ΠΟΠΟΒΑ: Δεν επιθυμώ να συνομιλώ με αναιδείς ανθρώπους! Κάντε μου τη χάρη και φύγετε μακριά από δω! (Παύση) Δε θα φύγετε; Όχι;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Όχι.
ΠΟΠΟΒΑ: Όχι;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Όχι!
ΠΟΠΟΒΑ: Λοιπόν, καλά! (Χτυπάει το κουδούνι.)

ΣΚΗΝΗ IX
Οι ίδιοι και ο Λουκά
ΠΟΠΟΒΑ: Λουκά, οδήγησε έξω αυτό τον κύριο!
ΛΟΥΚΑ (πλησιάζει στον Σμιρνόφ): Σας παρακαλώ, κύριε, έχετε την καλοσύνη να πηγαίνετε, όπως προστάζουν! Δεν υπάρχει λόγος να μείνετε άλλο.
ΣΜΙΡΝΟΦ (αναπηδώντας): Σκασμός ! Σε ποιον μιλάς; Θα σε κάνω χίλια κομμάτια!
ΛΟΥΚΑ (πιάνει την καρδιά του): Χριστέ και Παναγιά! Καλοί μου άγιοι! (Πέφτει στην πολυθρόνα.) Οχ! αισθάνομαι άσχημα, άσχημα! Μου κόπηκε η ανάσα!
ΠΟΠΟΒΑ: Πού είναι ο Ντάσια; Ντάσια! (Φωνάζει) Ντάσια! Πελαγία! Ντάσια! (Χτυπάει το κουδούνι.)
ΛΟΥΚΑ: Οχ! Πήγαν όλοι για βατόμουρα... Ούτε ένας δεν έμεινε στο σπίτι... Δεν αισθάνομαι καλά! Θέλω νερό!
ΠΟΠΟΒΑ: Μαζέψτε τα, σας παρακαλώ, και φύγετε!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Μήπως θα μπορούσατε να είστε πιο ευγεν ική;
ΠΟΠΟΒΑ (σφίγγοντας τις γροθιές και χτυπώντας τα πόδια): Είστε ένας χωριάτης! Μια κακοβαλμένη αρκούδα! Αστοιχείωτος! Κτήνος!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Πώς; Τι είπατε;
ΠΟΠΟΒΑ: Είπα ότι είστε μια αρκούδα, ένα κτήνος.
ΣΜΙΡΝΟΦ (την πλησιάζει): Με συγχωρείτε, με ποιο δικαίωμα με προσβάλλετε;
ΠΟΠΟΒΑ: Μάλιστα, σας προσβάλλω... λοιπόν, τι θέλετε; Νομίζετε ότι σας φοβάμαι;
ΣΜΙΡΝΟΦ : Και νομίζετε ότι επειδή είστε ένα αιθέριο πλάσμα έχετε το δικαίωμα να προσβάλλετε χωρίς να τιμωρηθείτε; Έτσι νομίζετε; Σας προκαλώ να μονομαχήσουμε!
ΛΟΥΚΑ: Χριστέ μου! Παναγιά μου! Καλοί μου άγιοι! Νερό!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Με πιστόλι!
ΠΟΠΟΒΑ: Μήπως νομίζετε ότι σας φοβάμαι επειδή έχετε γερές γροθιές κι ένα λαιμό σαν βόδι; Αξεστε άνθρωπε!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Μονομαχία! Δεν επιτρέπω σε κανέναν να με προσβάλλει και δε μ' ενδιαφέρει που είστε γυναίκα κι αδύναμη ύπαρξη!
ΠΟΠΟΒΑ (προσπαθεί να φωνάξει πιο δυνατά απ' αυτόν): Αρκούδα! Αρκούδα! Αρκούδα!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Καιρός επιτέλους ν' απαλλαγούμε απ' την προκατάληψη ότι μόνο οι άντρες είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν για την προσβολή! Ισονομία, μάλιστα, ισονομία, που να πάρει ο διάολος! Θα μονομαχήσουμε!
ΠΟΠΟΒΑ: Θέλετε να μονομαχήσουμε; Παρακαλώ!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Τώρα αμέσως!!
ΠΟΠΟΒΑ: Πολύ καλά, τώρα αμέσως! Μετά που πέθανε ο άντρας μου τα πιστόλια έμειναν στο σπίτι. Θα τα φέρω αμέσως... (Πηγαίνει βιαστικά και επιστρέφει.) Με τι απόλαυση θα φυτέψω τη σφαίρα σ' αυτό το ξεδιάντροπο κούτελο! Να σε πάρει ο διάολος! (Φεύγε.)
ΣΜΙΡΝΟΦ: Θα τη λαβώσω σαν κοτόπουλο! Δεν είμαι μικρό παιδί εγώ, ούτε κανένα συναισθηατικό κουτάβι, για μένα δεν υπάρχουν αδύναμες υπάρξεις!
ΛΟΥΚΑ: Κύριε μου, καλέ μου! (Γονατίζει μπροστά του.) Κάνε μου τη χάρη, λυπήσουμε, εμένα το γέροντα, άντε να πας στο καλό! Έχω κοκαλώσει απ' το φόβο μου και συ ετοιάζεσαι να μονομαχήσεις!
ΣΜΙΡΝΟΦ (δεν τον ακούει): Μονομαχία, μάλιστα, αυτό θα πει ισότητα δικαιωμάτων, χειραφέτηση! Και τα δύο φύλα είναι ίσα τώρα! Θα της την ανάψω για λόγους αρχής! Αλλά τι γυναίκα είν' αυτή; (Τη μιμείται κοροϊδευτικά.) «Ο διάολος να σε πάρει... θα φυτέψω τη σφαίρα στο ξεδιάντροπο κούτελο» Τι γυναίκα! Έγινε κατακόκκινη, τα μάτια της έβγαζαν σπίθες... Δέχτηκε την πρόκληση μου! Στο λόγο της τιμής μου, πρώτη φορά στη ζωή μου βλέπω τέτοια γυναίκα...
ΛΟΥΚΑ: Καλέ μου άνθρωπε, φύγε! Θα προσεύχομαι για σένα σ' όλη μου τη ζωή!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Αυτή είναι γυναίκα! Το βλέπω τώρα καθαρά! Πραγματική γυναίκα! Δεν είναι ούτε ανιαρή ούτε γλυκανάλατη. Είναι φωτιά, μπαρούτι, ρουκέτα! Λυπάμαι στ' αλήθεια να τη σκοτώσω!
ΛΟΥΚΑ (κλαίει): Χρυσέ μου άνθρωπε πήγαινε στο καλό!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Είμαι σίγουρος ότι μ' αρέσει! Σίγουρος! Mόλο που έχει λακκουβάκια στα μάγουλα, μ' αρέσει! Είμαι έτοιμος να της χαρίσω και το χρέος ακόμα... μου πέρασε κι ο θυμός... Εκπληκτική γυναίκα!

ΣΚΗΝΗ Χ
Οι ίδιοι και η Ποπόβα
ΠΟΠΟΒΑ (μπαίνει κρατώντας τα πιστόλια): Να τα πιστόλια. Θα ήθελα όμως, αν είχατε την καλοσύνη, να μου δείξετε, προτού αρχίσουμε, πώς πρέπει να πυροβολώ... Ούτε μια φορά στη ζωή μου δεν κράτησα στα χέρια πιστόλι.
ΛΟΥΚΑ: Σώσον ημάς, Κύριε. Ελέησόν μας... Πάω να κοιτάξω για τον αμαξά και για τον περιβολάρη... Τι συμφορά είναι αυτή που μας βρήκε... (Φεύγει)
ΣΜΙΡΝΟΦ (εξετάζοντας τα πιστόλια): Υπάρχουν, ξέρετε, αρκετά είδη πιστολιών... Υπάρχουν ειδικά πιστόλια για μονομαχίες, τύπου Μόρτιμερ, με εμπόρευμα. Αυτά όμως  που κρατάτε είναι περίστροφα με σύστηα Σμιτ και Βεσσόν, τριπλής ενεργείας με εξολκέα, μπαμ και κάτω. Θαυμάσια περίστροφα! Κοστίζουν το λιγότερο ενενήντα ρούβλια το ζευγάρι... Να, έτσι πρέπει να το κρατάτε... (Γυρίζοντας το κεφάλι.) Τι μάτια, τι μάτια! Φλογερή γυναίκα!
ΠΟΠΟΒΑ: Έτσι;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Ναι. έτσι... Σηκώνετε μετά τον κόκορα... και σημαδεύετε, να, έτσι... Το κεφάλι λίγο προς τα πίσω! Τεντώστε καλά το χέρι... Έτσι... Ύστερα μ' αυτό εδώ το δάχτυλο πιέζετε τούτο το πράγμα. Αυτό είναι όλο... Υπάρχει, μόνο, ένας βασικός κανόνας: Να μην εξάπτεστε και να σημαδεύετε χωρίς να βιάζεστε... Να προσπαθήσετε ώστε να μην τρέμει το χέρι.
ΠΟΠΟΒΑ: Ωραία... Μέσα στο σπίτι δε  βολεύει να πυροβολήσουμε, πάμε στο δασάκι.
ΣΜΙΡΝΟΦ: Πάμε. Σας προειδοποιώ πάντως ότι εγώ θα πυροβολήσω στον αέρα.
ΠΟΠΟΒΑ: Αυτό μας έλειπε! Γιατί;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Γιατί... γιατί... Είναι δική μου δουλειά το γιατί!
ΠΟΠΟΒΑ: Δειλιάσατε; Ναι; Α-α-α-α! Όχι, κύριε, μην ξεφεύγετε! Ακολουθήστε με, σας παρακαλώ! Δε θα ησυχάσω μέχρι να σας ανοίξω μια τρύπα στο μέτωπο... να, σ' αυτό το μέτωπο που τόσο το μισώ! Δειλιάσατε;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Μάλιστα, δείλιασα.
ΠΟΠΟΒΑ: Λέτε ψέματα! Γιατί δε θέλετε να δώσετε τη μάχη;
ΣΜΙΡΝΟΦ: Γιατί... γιατί... μ' αρέσετε.
ΠΟΠΟΒΑ (οργισμένη, γελάει): Του αρέσω! Τολμάει να πει ότι του αρέσω! (Δείχνει την πόρτα.) Ορίστε, περάστε!
ΣΜΙΡΝΟΦ (Αφήνει σιωπηλά το περίστροφο, παίρνει την τραγιάσκα και πάει να φύγει. Κοντά στην πόρτα σταματάει. Κοιτάζουν για μισό λεπτό ο ένας τον άλλο χωρίς να  μιλούν κι ύστερα λέει διστακτικά, πλησιάζοντας προς την Ποπόβα): Ακούστε... Είστε ακόμα θυμωμένη; Όπως κι εσείς, είμαι κι εγώ έξω φρενών, που να πάρει ο διάολος, αλλά, καταλαβαίνετε... πώς να σας το πω... Το ζήτημα είναι, όπως βλέπετε και σεις, αυτή η ιστορία, για να πούμε την αλήθεια... (Με δυνατή φωνή) λοιπόν, και μήπως φταίω εγώ που μ' αρέσετε; (Πιάνεται απ' τη ράχη της καρέκλας, η οποία τρίζει και σπάζει) Ένας θεός ξέρει πόσο εύκολα σπάζουν τα έπιπλα σας! Μ' αρέσετε! Καταλαβαίνετε; Σχεδόν είμαι ερωτευένος!
ΠΟΠΟΒΑ: Φύγετε από κοντά μου -σας μισώ!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Θεέ ου, τι γυναίκα! Ποτέ στη ζωή μου δεν είδα κάτι τέτοιο! Χάθηκα! Ξόφλησα! Πιάστηκα στη φάκα σαν ποντίκι!
ΠΟΠΟΒΑ: Ή ξεκουμπίζεστε από δω ή πυροβολώ!!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Πυροβολήστε! Δεν μπορείτε να καταλάβετε τι ευτυχία είναι να πεθαίνεις κάτω από το βλέμμα αυτών των υπέροχων ματιών, να πεθαίνεις από ένα περίστροφο που το κρατάει αυτό το βελουδένιο χεράκι... Τρελάθηκα! Σκεφθείτε και αποφασίστε τώρα, γιατί, αν βγω από δω, δε θα ξαναϊδωθούε ποτέ πια! Αποφασίστε... Είμαι της τάξης των ευγενών, έντιμος άνθρωπος, έχω δέκα χιλιάδες ετήσιο εισόδημα... πετυχαίνω με το πιστόλι ένα καπίκι στον αέρα... έχω θαυμάσια άλογα... Θέλετε να γίνετε γυναίκα μου;
ΠΟΠΟΒΑ(εξοργισμένη, σείοντας το περίστροφο): Μπρος! Μονομαχία!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Έχασα τα λογικά μου... Δεν καταλαβαίνω τίποτα... (Φωνάζει) Φέρτε μου νερό!
ΠΟΠΟΒΑ (φωνάζει): Μονομαχία!!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Τρελάθηκα, ερωτεύτηκα σαν μικρό παιδί, σαν βλάκας! (Την πιάνει απ' το χέρι, αυτή πονάει και βάζει τις φωνές.) Σας αγαπώ! (Γονατίζει μπροστά της.) Αγαπώ όπως δεν αγάπησα ποτέ! Παράτησα δώδεκα γυναίκες, με παράτησαν εννιά, κι ούτε μία απ' αυτές δεν αγάπησα έτσι όπως εσάς. Μ' εγκατέλειψαν οι δυνάμεις μου, νιώθω σαχλός και γλυκανάλατος, πέφτω στα γόνατα σαν βλάκας και σας προτείνω το χέρι μου... Ντροπή, αίσχος! Έχω πέντε χρόνια να ερωτευτώ, έδωσα όρκο στον εαυτό μου και ξαφνικά μου την έδωσε κατακούτελα! Σας προτείνω το χέρι. Δέχεστε ή όχι; Δε δέχεστε; Δεν πειράζει! (Σηκώνεται και πηγαίνει γρήγορα προς την πόρτα)
ΠΟΠΟΒΑ: Σταθείτε...
ΣΜΙΡΝΟΦ (σταματάει): Λοιπόν;
ΠΟΠΟΒΑ: Τίποτα, φύγετε... Όμως, σταθείτε... Όχι, φύγετε, φύγετε! Σας μισώ! Μάλλον όχι... Μη φεύγετε! Αχ, αν ξέρατε πόσο θυμωμένη είμαι, μα πόσο θυμωμένη! (Πετάει το περίστροφο στο τραπέζι) Πρήστηκαν τα δάχτυλα μου απ' αυτή την αηδία... (Σκίζει το μαντίλι απ' το θυμό της) Τι στέκεστε εκεί πέρα; Ξεκουμπιστείτε!
ΣΜΙΡΝΟΦ: Αντίο.
ΠΟΠΟΒΑ: Ναι, ναι, φύγετε!... (Φωνάζει) Πού πάτε τώρα; Σταθείτε... αλλά... ναι, φύγετε. Αχ, πόσο θυμωμένη είμαι! Μην πλησιάζετε, μην, πλησιάζετε!
ΣΜΙΡΝΟΦ (πηγαίνοντας κοντά της): Πόσο έχω εξοργιστεί με τον εαυτό μου! Αγάπησα σαν γυνασιόπαιδο, έπεσα στα γόνατα... Ακόμα κι ανατριχίλα μ' έπιασε σ' όλο μου το κορμί... (Απότομα και μ' άξεστο τρόπο.) Σας αγαπώ! Δεν ήθελα να σας ερωτευτώ! Αύριο έχω να πληρώσω τους τόκους, έχει αρχίσει το θέρισα του χόρτου και τώρα εσείς... (Την πιάνει απ' τη έση.) Ποτέ δε θα το συγχωρήσω αυτό στον εαυτό μου...
ΠΟΠΟΒΑ: Κάντε πιο πέρα! Κάτω τα χέρια! Σας... μισώ! Θα μονομαχήσουμε! (Φιλί διαρκείας.)

ΣΚΗΝΗ XI
Οι ίδιοι, ο Λουκά με το τσεκούρι, ο περιβολάρης με το σκαλιστήρι, ο αμαξάς με τη φούρκα και οι εργάτες με διάφορα σύνεργα.
ΛΟΥΚΑ (βλέποντας το ζευγαράκι να φιλιέται): Χριστός κι Απόστολος! (Παύση)
ΠΟΠΟΒΑ (με κατεβασμένα τα μάτια): Λουκά, πες τους εκεί στο στάβλο να μη δώσουν σήμερα στον Τόπι καθόλου βρόμη!

ΤΕΛΟΣ



ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΑΜΟΥ

ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ



ΚΩΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ

ΠΡΟΣΩΠΑ TOΥ ΕΡΓΟΥ
Στεπάν Στεπάνοβιτς Τσιουπούκοφ, κτηματίας
Ναταλία Στεπάνοβνα, κόρη του, 25 ετών.
Ιβάν Βασίλιεβιτς Λόοφ:
 γείτονας του Τσιουπούκοφ,
όλο υγεία καλοθρεμένος κτηματίας, πολύ υποχόνδριος.

(Η πράξη εκτυλίσσεται στο κτήμα του Τσιουπούκοφ. Δωμάτιο υποδοχής στο σπίτι του Τσιουπούκοφ. Ο Λόμοφ μπαίνει με φράκο και άσπρα γάντια).
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (πλησιάζοντας τον): Καλέ μου, καλέ μου φίλε, ποιον βλέπω! Ιβάν Βασίλιεβιτς! Πολύ χαίρομαι!(Του σφίγγει το χέρι) Αληθινή έκπληξη, μανούλα μου... Πώς είστε; Πώς περνάτε;
ΛΟΜΟΦ: Σας ευχαριστώ. Κι εσείς, παρακαλώ, πώς είστε;
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Καλά, ήσυχα, άγγελέ μου, με τις δικές σας προσευχές και τα τοιαύτα. Καθίστε, σας παρακαλώ... Είναι, στ' αλήθεια, άσχημο πράγμα να ξεχνάμε τους γείτονες, καλέ μου άνθρωπε. Όμως, φίλε μου, γιατί όλη αυτή η επισημότητα; Φράκο, γάντια και τα παρόμοια. Μήπως πηγαίνετε κάπου, αγαπητέ μου;
ΛΟΜΟΦ: Όχι, μόνο σε σας, αξιότιμε Στεπάν Στεπάνοβιτς
 ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Μα γιατί φοράτε το φράκο, εκλεκτέ μου φίλε; Σαν να κάνετε πρωτοχρονιάτικη επίσκεψη!
ΛΟΜΟΦ: Κοιτάξτε να δείτε περί τίνος πρόκειται. (Τον πιάνει απ' το χέρι.) Αξιότιε Στεπάν Στεπάνοβιτς, ήρθα να σας ενοχλήσω με μια παράκληση. Είχα ήδη την τιμή κι άλλες φορές να απευθυνθώ σε σας για κάποια βοήθεια κι εσείς πάντοτε, πώς να πω... αλλά εγώ, με συγχωρείτε, είμαι λίγο ταραγμένος. Να πιω λίγο νερό, αξιότιμε Στεπάνav Στεπάνοβιτς. (Πίνει νερό.)
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (μονολογεί): Ήρθε να ζητήσει λεφτά! Δεν πρόκειται να του δώσω! (Στον Λόμοφ.) Τι συμβαίνει, ομορφιά μου;
ΛΟΜΟΦ: Πώς να σας πω... Αξιότιμε Στεπάνιτς... Με συγχωρείτε, Στεπάν Αξιότιιτς... θέλω να πω, έχω φοβερό τρακ, όπως και σεις βλέπετε... Με δυο λόγια, μόνο εσείς μπορείτε να με βοηθήσετε, μόλο που εγώ δεν σας έχω βέβαια σε τίποτα εξυπηρετήσει και... και δεν έχω το δικαίωμα να υπολογίζω στη βοήθεια σας...
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Αχ, η μασάτε τις κουβέντες σας, φίλε μου! Μιλήστε μια και καλή! Λοιπόν;
ΛΟΜΟΦ: Αμέσως... τώρα. Αυτό που θέλω να σας πω είναι ότι ήρθα να ζητήσω το χέρι της κόρης σας Ναταλία Στεπάνοβνα.
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (χαρούμενος): Καλέ μου άνθρωπε! Ιβάν Βασίλιεβιτς! Πέστε το άλλη μια φορά - δεν το άκουσα καλά!
ΛΟΜΟΦ: Έχω την τιμή να ζητήσω...
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (διακόπτοντας τον): Αγαπητέ μου... Είμαι τόσο χαρούμενος και τα τοιαύτα... Μα την αλήθεια, είμαι σύμφωνος και τα λοιπά και τα λοιπά.(Τον αγκαλιάζει και τον φιλάει.) Από καιρό το ήθελα αυτό. Είχα πάντοτε αυτή την επιθυμία. (Ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλο του.) Και πάντοτε σας αγαπούσα, άγγελε μου, σαν δικό μου παιδί. Ας χαρίζει ο Θεός και στους δυο σας ομόνοια, αγάπη και τα τοιαύτα, πολύ το επιθυμούσα... Αλλά γιατί στέκομαι εδώ σαν χαζός; Από τη χαρά μου τα έχω τελείως χαμένα, τελείως! Μ' όλη μου την καρδιά! Πάω να φωνάξω τη Ναταλία και τα λοιπά.
ΛΟΜΟΦ (συγκινημένος): Αξιότιμε Στεπάν Στεπάνοβιτς, πώς νομίζετε, μπορώ να υπολογίζω στη συναίνεση της;
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Τέτοιος πραγατικά όμορφος άντρας και... και να μη συφωνήσει! Είναι σίγουρα ερωτευμένη μαζί σας μέχρι το κόκαλο, και τα τοιαύτα... Πάω αμέσως! (Φεύγει.)

ΣΚΗΝΗ II
(Λόμοφ μόνος).
ΛΟΜΟΦ: Κάνει κρύο... Τρέμω ολόκληρος, λες και πάω να δώσω εξετάσεις. Εκείνο που έχει σημασία είναι να το πάρω απόφαση. Όταν το πολυσκέπτεσαι, το πολυσυζητάς και περιμένεις να βρεις την ιδανική γυναίκα ή την αληθινή αγάπη, τότε δε θα παντρευτείς ποτέ... Μπρρ! Κρύο! Η Ναταλία Στεπάνοβνα είναι θαυάσιαa νοικοκυρά, άσχημη δεν είναι, έχει και μόρφωση... τι περισσότερο μου χρειάζεται; Όμως από τη συγκίνηση νιώθω τ' αυτιά μου να βουίζουν! (Πίνει νερό) Ωστόσο δεν πρέπει να μείνω κι ανύπαντρος... Πρώτον, είμαι τριάντα πέντε χρονών, ηλικία που είναι, ας πούμε, κρίσιμη. Δεύτερον, πρέπει να κάνω μια σωστή και μετρημένη ζωή... Με την καρδιά μου έχω πρόβλημα και συχνά με πιάνει ταχυπαλμία, είμαι ευέξαπτος χαρακτήρας και με διακατέχει πάντοτε φοβερό άγχος... Αυτή τη στιγμή, να, τρέμουν τα δόντια μου, παίζει το βλέφαρο στο δεξί μάτι... Το πιο φοβερό όμως είναι ο ύπνος μου. Μόλις ξαπλώνω στο κρεβάτι κι αρχίζει να με παίρνει ο ύπνος, ξαφνικά νιώθω σουβλιές στο αριστερό πλευρό! Με χτυπάει κατευθείαν στην πλάτη και στο κεφάλι... Τινάζομαι επάνω σαν τρελός, περπατάω λίγο και ξαπλώνομαι πάλι, αλλά, μόλις πάω ν' αποκοιηθώ, πάλι οι σουβλιές στο πλευρό! Το ίδιο γίνεται καμιά εικοσαριά φορές...

ΣΚΗΝΗ III
(Η Ναταλία Στεπάνοβνα και ο Λόοφ)
ΝΑΤΑΛΙΑ (Μπαίνει): Να, μα το Θεό ! Εσείς είστε λοιπόν! Ο μπαμπάς μού λέει: Έλα, ήρθε ένας πελάτης για επόρευα. Χαίρετε, Ιβάν Βασίλιεβιτς!
ΛΟΜΟΦ: Χαίρετε, αξιότιμη Ναταλία Στεπάνοβνα!!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Συγγνώμη για την ποδιά και το πρόχειρο ντύσιμο... Καθαρίζουμε τα μπιζέλια  για στέγνωμα. Γιατί δε μας ήρθατε τόσο καιρό; Καθίστε... (Κάθονται.) Να σας προσφέρω κάτι για πρόγευμα;
ΛΟΜΟΦ: Όχι, ευχαριστώ, έχω φάει.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Καπνιστέ... Να, πάρτε τα σπίρτα... Ο καιρός είναι θαυμάσιος, χτες όμως έβρεχε όλη μέρα, τόσο που οι εργάτες δεν έκαναν τίποτα. Εσείς πόσες στοίβες θερίσατε; Εμένα, φανταστείτε, μ' έπιασε τόση απληστία, που θέρισα όλο το λιβάδι, και τώρα μετανιώνω, γιατί φοβάμαι μη μου σαπίσει το χορτάρι. Θα ήταν καλύτερα να περίμενα. Αλλά τι βλέπω; Φοράτε, νομίζω, φράκο! Να λοιπόν κάτι καινούριο! Πηγαίνετε σε χορό; Κοντά σ' όλα τ' άλλα, γίνατε και πιο ωραίος... Αλήθεια σας το λέω, γιατί τόσο κοψευόμενος;
ΛΟΜΟΦ (συγκινημένος): Να σας πω, αξιότιμη Ναταλία Στεπάνοβνα... Αποφάσισα, όπως βλέπετε, να σας παρακαλέσω να με ακούσετε... Θα εκπλαγείτε βέβαια, κι ακόμα θα θυμώσετε, αλλά εγώ... (Μονολογεί) Φοβερό κρύο!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Περί τίνος πρόκειται; (Παύση) Λοιπόν;
ΛΟΜΟΦ: Θα προσπαθήσω να είαι σύντομος. Σας είναι γνωστό, Ναταλία Στεπάνοβνα, ότι έχω την τιμή να γνωρίζω την οικογένεια σας από πολύ καιρό, από τότε που ήμουν ακόμα παιδί. Η μακαρίτισσα η θεία μου κι ο άντρας της, από τους οποίους, όπως ξέρετε, κληρονόησα το κτήμα, έτρεφαν πάντοτε βαθύ σεβασμό κι εκτίμηση στον μπαμπά σας και στη μακαρίτισσα τη μαμά σας. Το γένος των Λόμοφ με το γένος των  Τσιουπούκοφ είχαν, από εκείνα τα χρόνια, τις πιο φιλικές, συγγενικές, μπορώ ακόμα να πω, σχέσεις. Επιπλέον, όπως βέβαια γνωρίζετε, το δικό μου κτήα είναι κολλητό με το δικό σας. Θα θυμάστε ίσως ότι τα Βοσκοτόπια μου συνορεύουν με το δικό σας δάσος με τις σημύδες.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Συγγνώμη που σας διακόπτω, είπατε «τα Βοσκοτόπια μου» Είναι μήπως δικά σας;
ΛΟΜΟΦ: Ναι, βέβαια, δικά μου....
ΝΑΤΑΛΙΑ: Τι άλλο θ' ακούσω ακόμα! Τα Βοσκοτόπια είναι δικά μας κι όχι δικά σας!
ΛΟΜΟΦ: Μα όχι, δικά μου είναι, αξιότιμη Ναταλία Στεπάνοβνα.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Αυτό για μένα είναι κάτι καινούριο. Από πού κι ως πού λοιπόν είναι δικά σας;
ΛΟΜΟΦ: Πώς από πού κι ως πού; Μιλάω για κείνα τα Βοσκοτόπια που παίνουν σαν σφήνα ανάμεσα στο δικό σας δάσος με τις σημύδες και στον Καμένο Βάλτο.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Ναι, μάλιστα... Μα αυτά είναι δικά μας....
ΛΟΜΟΦ: Όχι, λάθος κάνετε, αξιότιμη Ναταλία Στεπάνοβνα - αυτά είναι δικά μου..
ΝΑΤΑΛΙΑ: Ελάτε στα λογικά σας, Ιβάν Βασίλιεβιτς! Είναι από πολύ καιρό δικά σας;
ΛΟΜΟΦ: Τι θα πει από πολύ καιρό! Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήταν πάντοτε δικά μας
ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Τότε, τι να πω, συγγνώμη αλλά έχω αντίθετη γνώμη!!!
ΛΟΜΟΦ: Φαίνεται και στα χαρτιά, αξιότιμη Ναταλία Στεπάνοβνα. Τα Βοσκοτόπια ήταν κάποτε αφισβητούμενα, αυτό είναι αλήθεια, αλλά τώρα είναι πασίγνωστο ότι είναι δικά μου. Δεν υπάρχουν περιθώρια για να διαφωνήσει κανείς. Κοιτάξτε, παρακαλώ, η γιαγιά της θείας μου παραχώρησε χωρίς ενοίκιο και για απεριόριστη χρήση αυτά τα λιβάδια στους αγρότες του παππού του μπαμπά σας, με αντάλλαγμα να ψήνουν για λογαριασό της τούβλα. Αυτοί τα χρησιοποίησαν δωρεάν σαράντα χρόνια και συνήθισαν να τα θεωρούν σαν δικά τους. Ύστερα λοιπόν, όταν έγινε ο αναδασός...
ΝΑΤΑΛΙΑ: Δεν είναι καθόλου έτσι όπως τα λέτε! Και ο παππούς μου και ο προπάππος μου υπολόγιζαν ότι το κτήμα τους έφτανε μέχρι τον Καμένο Βάλτο. Αυτό πάει να πει ότι τα Βοσκοτόπια ήταν δικά μας. Τι παραπάνω να πει κανείς; Δεν καταλαβαίνω. Στ' αλήθεια λυπάμαι!
ΛΟΜΟΦ: Θα σας δείξω τα χαρτιά, Ναταλία Στεπάνοβνα!
ΝΑΤΑΛΙΑ ΣΤΕΠΑΝΟΒΝΑ: Όχι, δε θέλω. Εσείς, απλά, ή αστειεύεστε ή με πειράζετε... Τι έκπληξη κι αυτή! Κατέχουμε το κτήμα τριακόσια σχεδόν χρόνια και στα καλά καθούμενα μας ανακοινώνουν ότι δεν είναι δικό μας! Ιβάν Βασίλιεβιτς,  με συγχωρείτε, αλλά έπαψα να πιστεύω ακόμα και στα ίδια μου τ' αυτιά... Τα λιβάδια αυτά δεν τα βρίσκω και τόσο σπουδαία. Είναι όλο κι όλο πέντε ντεσιατίνια και η αξία τους είναι περίπου τριακόσια ρούβλια, αλλά αγανακτώ για την αδικία. Πείτε μου ό,τι θέλετε, την αδικία όμως δεν μπορώ να την υποφέρω.
ΛΟΜΟΦ: Ακούστε με, σας ικετεύω! Οι αγρότες του παππού του μπαμπά σας όπως είχα ήδη την τιμή να σας πω, έψηναν για τη γιαγιά της θείας μου τούβλα. Η γιαγιά της θείας, θέλοντας να τους ευχαριστήσει...
ΝΑΤΑΛΙΑ: Παππούς, γιαγιά, θεία... δεν καταλαβαίνω τίποτα! Τα λιβάδια είναι δικά μας, αυτό είναι όλο.
ΛΟΜΟΦ: Δικά ου!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Δικά μας! Ακόμα και δυο μέρες αν προσπαθείτε να τ' αποδείξετε, ακόα κιL αν φορέσετε δεκαπέντε φράκα, αυτά είναι δικά ας, ,δικά ας, S,δικά ας!... εν επιθυ ώ τίποτα11TOTa δικό σας και δε θέλω να χάσω τίποτα δικό ου.. Κάνετε ό,τι νοίζετε!!
ΛΟΜΟΦ: Εένα, ,Ναταλία Στεπάνοβνα, ,τα λιβάδια δεE ου χρειάζονται,, αλλά είναι ζήτηα αρχής. Α νAv θέλετε, επιτρέψτε ου να σας τα κάνω δώρο.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Μπορώ κι εγώ να σας τα δωρίσω, είναι δικά μου! Όλα αυτά είναι, το λιγότερο, παραξενιές, Ιβάν Βασίλιεβιτς! Σας θεωρούσαμε μέχρι τώρα έναν καλό γείτονα, ένα φίλο, πέρσι σας δανείσαμε την αλωνιστική μηχανή μας, εξαιτίας αυτού εμείς αναγκαστήκαμε να αλωνίσουε το σιτάρι μας το Νοέμβριο, και σεις τώρα μας φέρεστε σαν να είμαστε τσιγγάνοι. Μου δωρίζετε το δικό μου κτήμα. Με συγχωρείτε, αλλά δε συπεριφέρεται έτσι ένας γείτονας! Αυτό θα το έλεγα ακόμα και θράσος, αν θέλετε!
ΛΟΜΟΦ: Κατά τη γνώη σας, δηλαδή, είμαι σφετεριστής; Κυρία μου, ποτέ δεν άρπαξα εγώ τα ξένα κτήματα και σε κανέναν δεν επιτρέπω να με κατηγορήσει για τέτοιο πράγμα... (Πηγαίνει γρήγορα στην κανάτα και πίνει νερό.) Τα Βοσκοτόπια είναι δικά μου!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Ψέματα, δικά μου!
ΛΟΜΟΦ: Δικά μου!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Είναι ψέματα και θα σας το αποδείξω! Σήμερα κιόλας θα στείλω εκεί τους χορτοκόπτες μου!
ΛΟΜΟΦ: Θα τους πετάξω έξω!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Δε θα τολήσετε!
ΛΟΜΟΦ (πιάνει την καρδιά του): Τα Βοσκοτόπια είναι δικά μου! Καταλαβαίνετε; Δικά ου!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Μη φωνάζετε, παρακαλώ! Μπορείτε να φωνάζετε, και να βραχνιάσετε από κακία, μόνο στο σπίτι σας. Εδώ, σας παρακαλώ, μην ξεπερνάτε τα όρια!
ΛΟΜΟΦ: Αν, κυρά μου. δεν είχα αυτή την περίεργη ταχυπαλία που με βασανίζει, αν δε χτυπούσαν οι φλέβες στα ηλίγγια μου, θα μιλούσα διαφορετικά μαζί σας! (Φωνάζει.) Τα Βοσκοτόπια είναι δικά μου!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Δικά μας!
ΛΟΜΟΦ: Δικά μου!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Δικά μας!
ΛΟΜΟΦ: Δικά μου!

ΣΚΗΝΗ IV
(Οι ίδιοι και ο Τσιουμπούκοφ)
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (παίνοντας): Τι γίνεται εδώ; Γιατί φωνάζετε;
ΝΑΤΑΛΙΑ: Μπαμπά, εξήγησε, σε παρακαλώ, σ' αυτόν εδώ τον κύριο σε ποιον ανήκουν τα Βοσκοτόπια: σε μας ή σ' αυτόν;
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (στον Λόοφ): Τα Βοσκοτόπια, φιλαράκο, είναι δικά μας!!
ΛΟΜΟΦ: Για όνομα του Θεού, Στεπάν Στεπάνοβιτς, από πού είναι δικά σας; Φανείτε λογικός! Η γιαγιά της θείας μου παραχώρησε αυτά τα λιβάδια για προσωρινή και δωρεάν χρήση στους αγρότες του παππού σας. Αυτοί τα χρησιοποίησαν σαράντα χρόνια και τα συνήθισαν σαν να ήταν δικά τους. Όταν όμως έγινε ο αναδασμός...
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Συγγνώμη, φίλτατε... Εσείς ξεχνάτε ότι οι αγρότες δεν πλήρωσαν τη γιαγιά σας, και τα παρόμοια, για το λόγο ότι τότε τα Βοσκοτόπια ήταν αφισβητούμενα και τα λοιπά. Τώρα όμως ακόμα και τα σκυλιά ξέ ρουν πολύ καλά ότι είναι δικά μας. Δε θα έχετε δει, όπως φαίνεται, το σχέδιο!
ΛΟΜΟΦ: Εγώ θα σας αποδείξω ότι είναι δικά μου!!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Αγαπητέ μου, δε θα μπορέσετε.
ΛΟΜΟΦ: Θα μπορέσω!!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Γιατί, μανούλα μου, φωνάζετε έτσι; Με τις φωνές τίποτα δε θ' αποδείξετε. Δεν επιθυμώ αυτό που σας ανήκει ούτε και σκοπεύω να παραχωρήσω κάτι δικό μου. Με ποια λογική; Αν, καλέ μου άνθρωπε, το πράγμα έφτασε εκεί και έχετε την πρόθεση να διεκδικήσετε τα λιβάδια και τα λοιπά, εγώ θα προτιμήσω να τα δωρίσω στους χωρικούς παρά σε σας. Έτσι λοιπόν!
ΛΟΜΟΦ: Δεν καταλαβαίνω! Με ποιο δικαίωμα δωρίζετε ξένη περιουσία;
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Επιτρέψτε μου να πω ότι εγώ γνωρίζω αν έχω ή αν δεν έχω αυτό το δικαίωμα. Ωστόσο, νεαρέ μου, δεν είμαι συνηθισμένος να μου μιλούν με τέτοιο ύφος. Έχω τα διπλάσια χρόνια από σας και παρακαλώ να μιλάτε μαζί μου χωρίς εκνευρισμό και τα τοιαύτα.
ΛΟΜΟΦ: Όχι, απλά εσείς με περνάτε για χαζό και με κοροϊδεύετε! Τη δική μου γη τη λέτε δική σας κι από πάνω θέλετε να είμαι ψύχραιμος και να μιλώ μαζί σας ανθρώπινα! Οι καλοί γείτονες δε φέρονται έτσι, Στεπάν Στεπάνοβιτς! Σεις δεν είστε γείτονας, είστε άρπαγας!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ορίστε; Τι είπατε;
ΝΑΤΑΛΙΑ: Μπαπά, πες να πάνε αμέσως τώρα στα Βοσκοτόπια να κόψουν το χόρτο!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (στον Λόοφ): Τι είπατε, αγαπητέ κύριε;
ΝΑΤΑΛΙΑ: Τα Βοσκοτόπια είναι δικά μας και δε θα τ' αφήσω, δε θα τ' αφήσω, δε θα τ' αφήσω!
ΛΟΜΟΦ: Αυτό θα το δούε! Θα σας το αποδείξω στο δικαστήριο ότι είναι δικά μου!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Στο δικαστήριο είπατε; Μπορείτε, αγαπητέ κύριε, να κάνετε μήνυση και τα τοιαύτα! Μπορείτε! Σας ξέρω εγώ, περιμένετε την ευκαιρία για δικαστήρια και τα λοιπά... Ψιλοκαβγατζήδες! Όλο το σόι σας σερνόταν στα δικαστήρια! Όλο!
ΛΟΜΟΦ: Παρακαλώ, ην προσβάλλετε το σόι μου. Στο γένος των Λόοφ ήταν όλοι τίμιοι, ούτε ένας δε δικάστηκε για κατάχρηση, όπως ο θείος σας!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Στο γένος των Λόοφ όλοι ήταν τρελοί!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Όλοι, όλοι, όλοι!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ο παππούς σας ήταν αλκοολικός και η μικρότερη θεία σας, η Ναστάσια Μιχαήλοβνα, το 'σκασε μ' έναν αρχιτέκτονα, και τα τοιαύτα...
ΛΟΜΟΦ: Η δική σας η μητέρα ήταν στραβοκαμωμένη. (Πιάνει την καρδιά του.) Έχω ένα σφάχτη στο πλευρό μου... Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου... Χριστέ και Παναγιά! Νερό!!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ο πατέρας σας ήταν λαίμαργος και χαρτοπαίκτης!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Κι η θεία σας κουτσομπόλα, σπάνια στο είδος της!
ΛΟΜΟΦ: Το αριστερό μου πόδι είναι σαν ξένο... Είστε ραδιούργος... Οχ, η καρδιά μου! Και δεν ήταν σε κανέναν μυστικό ότι εσείς, πριν από τις εκλογές... Τα μάτια μου... Ζαλίζομαι... Πού είναι το καπέλο μου;
ΝΑΤΑΛΙΑ: Προστυχιές! Ατιμίες! Σιχαμάρες!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ο ίδιος εσείς είστε, πραγματικά,, φαρμακερός, διπρόσωπος και δόλιος άνθρωπος!! Μάλιστα, αυτό είστε!
ΛΟΜΟΦ: Να το καπέλο μου... Η καρδιά μου... Πού να πάω; Πού είναι η πόρτα; Οχ! Νομίζω πως πεθαίνω... Το πόδι μου σέρνεται... (Πηγαίνειl προς την πόρτα.)
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (από κοντά του): Να μην ξαναπατήσεις το πόδι σου στο σπίτι μου!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Κάντε μήνυση! Θα δούμε! (Ο Λόοφ βγαίνει τρικλίζοντας)

ΣΚΗΝΗ V
(
Ο Τσιουμπούκοφ και η Ναταλία)
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Στο διάολο! (Βηματίζει ανήσυχος.)
ΝΑΤΑΛΙΑ: Τι παλιάνθρωπος! Ύστερα απ' αυτό, να εμπιστεύεσαι, λέει, τους καλούς γείτονες!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Κακοήθης! Σκιάχτρο για τα μπιζέλια!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Τέρας της φύσεως! Κάνει δική του την ξένη γη και τολμάει να βρίζει από πάνω!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Αυτό λοιπόν σκιάχτρο, αυτό το αγριοσέλινο, έχει το θράσος να κάνει πρόταση γάμου και τα τοιαύτα! Ακούς; Πρόταση γάμου!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Τι πρόταση γάμου;
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ναι, αλήθεια! Ήρθε εδώ για να σου κάνει πρόταση.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Πρόταση; Εμένα; Γιατί δε μου το είπες νωρίτερα;
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Γι' αυτό στολίστηκε και με το φράκο! Σαν λουκάνικο ήταν! Σαν μανιτάρι!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Σε μένα; Πρόταση; Αχ! (Πέφτει στην πολυθρόνα στενάζοντας) Γύρισε τον
πίσω! Γύρισε τον! Αχ! Γύρισε τον!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ποιον να γυρίσω πίσω;
ΝΑΤΑΛΙΑ: Γρήγορα, γρήγορα! Δεν αισθάνομαι καλά! (Σε υστερία) Να έρθει πίσω!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Τι συβαίνει; Τι έπαθες; (Πιάνει το κεφάλι του.) Είμαι δυστυχισένος άνθρωπος! Θ' αυτοκτονήσω! Θα κρεμαστώ! Μ' εξόντωσαν!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Πεθαίνω! Να γυρίσει!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Φτου!Αμέσως. Μην ουρλιάζεις!(Φεύγει τρέχοντας)
ΝΑΤΑΛΙΑ (μόνη, στενάζει): Τι κάναμε!Να γυρίσει! Να γυρίσει!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (μπαίνει τρέχοντας): Τώρα, έρχεται και τα τοιαύτα, να τον πάρει ο διάολος! Ουφ! Μίλησε εσύ μαζί του, εγώ δεν έχω καμία διάθεση.
ΝΑΤΑΛΙΑ (βογκάει): Να γυρίσει!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (φωναχτά): Έρχεται, σου λένε. Θεέ μου, τι έγνοια να είσαι πατέρας μεγάλης κόρης! Θα κόψω το λαιμό μου! Σίγουρα θα τον κόψω. Τον άνθρωπο τον βρίσαμε, τον προσβάλαμε, τον πετάξαμε έξω απ' το σπίτι και για όλα αυτά φταις εσύ!Εσύ!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Όχι, εσύ φταις!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Εντάξει, εγώ φταίω! (Στην πόρτα φαίνεται ο Λόμοφ.) Μίλησε λοιπόν εσύ μαζί του!(Φεύγει.)

ΣΚΗΝΗ VI
(
Η Ναταλία Στεπάνοβνα και ο Λόοφ)
ΛΟΜΟΦ (Μπαίνει μέσα, εξαντλημένος): Περίεργη τα ταχυπαλμία... Το πόδι μου κοκάλωσε... Στα πλευρά μου σουβλιές.....
ΝΑΤΑΛΙΑ: Συγγνώμη, Ιβάν Βασίλιεβιτς, εκνευριστήκαμε. Τώρα θυμάμαι. Τα Βοσκοτόπια είναι πραγματικά δικά σας..
ΛΟΜΟΦ: Η καρδιά μου χτυπάει φοβερά... Είναι δικά μου... Χτυπούν οι φλέβες στα μάτια μου...
ΝΑΤΑΛΙΑ: Δικά σας, αυτά τα λιβάδια είναι δικά σας. Καθίστε... (Κάθονται.)Είχαμε άδικο!
ΛΟΜΟΦ: Λόγοι αρχών... Για μένα δεν αξίζει η γη αλλά οι αρχές...
ΝΑΤΑΛΙΑ: Ακριβώς, έτσι είναι, οι αρχές... Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο.
ΛΟΜΟΦ: Πολύ περισσότερο επειδή έχω κι αποδείξεις. Η γιαγιά της θείας μου τα παραχώρησε στους αγρότες του παππού του μπαμπά σας...
ΝΑΤΑΛΙΑ: Αρκετά γι' αυτό το ζήτημα, φτάνει... (Μονολογεί.) Δεν ξέρω από πού ν'αρχίσω... (Σ' αυτόν.) Σκοπεύετε να πάτε σύντομα για κυνήγι;
ΛΟΜΟΦ: Για αγριόγαλους, αξιότιμη Ναταλία Στεπάνοβνα, σκέπτομαι ν' αρχίσω μετά το θερισό. A, τ' ακούσατε; Φανταστείτε μια ατυχία που είχα!! Ο Ουγκαντάι μου, τον ξέρετε και σεις, κουτσάθ ηκε.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Τι κρίμα! Μα πώς;
ΛΟΜΟΦ: Δεν ξέρω... Θα πρέπει να στραπούληξε το πόδι του ή να τον δάγκωσαν άλλα σκυλιά... (Αναστενάζει.) Είναι το πιο καλό σκυλί, κι όσο για λεφτά, μη ρωτάτε! Σκεφθείτε ότι πλήρωσα στον Μιρονόφ εκατόν είκοσι πέντε ρούβλια γι' αυτόν.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Πολλά πληρώσατε, Ιβάν Βασίλιεβιτς!
ΛΟΜΟΦ: Κατά τη δική μου γνώμη, τον αγόρασα πολύ φτηνά. Είναι υπέροχο σκυλί.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Ο μπαμπάς έδωσε για τον δικό του, τον Οτκατάι, ογδόντα πέντε ρούβλια, και να σκεφθείτε ότι είναι πολύ καλύτερο σκυλί από τον Ουγκαντάι σας!
ΛΟΜΟΦ: Τι είναι αυτά που λέτε! (Γελάει.) Ο Οτκατάι καλύτερος από τον Ουγκαντάι!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Και βέβαια καλύτερος! Ο Οτκατάι είναι βέβαια μικρός, δεν έχει αναπτυχθεί ακόμα, αλλά από προτερήματα κι εξυπνάδα δεν υπάρχει καλύτερο σκυλί,ούτε και ο Βολτσανέτσκι δεν έχει σκυλί σαν αυτό.
ΛΟΜΟΦ: Επιτρέψτε μου, ,Ναταλία Στεπάνοβνα, ξεχνάτε ίσως ότι έχει πλακουτσωτή μουσούδα και τα σκυλιά αυτά ποτέ δε γραπώνουν καλά!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Πλακουτσωτή μουσούδα; Πρώτη φορά τ' ακούω!
ΛΟΜΟΦ: Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι το κάτω σαγόνι είναι πιο κοντό από το επάνω.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Τα μετρήσατε;
ΛΟΜΟΦ: Τα μέτρησα! Στο κυνηγητό είναι καλό σκυλί, αλλά στο γράπωμα δε λέει και πολλά πράγματα.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Πρώτα απ' όλα, ο Οτκατάι μας είναι σκυλί ράτσας, έχει πυκνό μαλλί, είναι γιος του Ζαπριαγκάι και της Σταέσκα, ενώ ο δικός σας ο καστανόμαυρος ούτε ξέρετε από πού κρατάει η σκούφια του... Έπειτα, είναι ασχημομούρης και γηραλέος, σαν ψωριάρης!
ΛΟΜΟΦ: Γηραλέος, αλλά δεν τον αλλάζω ούτε με πέντε Οτκατάηδες... Είναι ποτέ δυνατόν; Ο Ουγκαντάι είναι σκυλί μ' όλη τη σημασία της λέξης. Ο Οτκατάι... είναι αστείο και να το συζητάει κανείς... Σκυλιά σαν τον Οτκατάι σας έχουν όλοι οι χασομέρηδες, βρίσκεις όσα θέλεις. Το πολύ είκοσι πέντε ρούβλια το ένα.
ΝΑΤΑΛΙΑ: Σήμερα, Ιβάν Βασίλιεβιτς, έχετε μέσα σας ένα κακό πνεύμα αντιλογίας. Τη μια φορά βρήκατε να πείτε ότι, τάχα, τα Βοσκοτόπια είναι δικά σας, την άλλη ότι ο Ουγκαντάι είναι καλύτερος από τον Οτκατάι. Δε μ' αρέσει όταν ο άνθρωπος δε λέει αυτό που πιστεύει. Σεις, βέβαια, γνωρίζετε πολύ καλά ότι ο Οτκατάι είναι εκατό φορές καλύτερος από τον δικό σας... αυτό τον ηλίθιο τον Ουγκαντάι. Γιατί λοιπόν λέτε το αντίθετο;
ΛΟΜΟΦ: Όπως βλέπω, Νατάλια Στεπάνοβνα, με περνάτε ή για τυφλό ή για βλάκα. Μα καταλάβετε το: ο Οτκατάι σας είναι πλακουτσωτός!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Δεν είναι αλήθεια..
ΛΟΜΟΦ: Πλακουτσωτός!
ΝΑΤΑΛΙΑ (φωνάζει): Δεν είναι αλήθεια!
ΛΟΜΟΦ: Γιατί φωνάζετε, κυρία μου;
ΝΑΤΑΛΙΑ: Εσείς γιατί λέτε σαχλαμάρες; Είναι ανυπόφορο αυτό! Καιρός είναι να φυτέψετε μια σφαίρα στον Ουγκαντάι σας, ,αντί να τον συγκρίνετε με τον Οτκατάι!
ΛΟΜΟΦ: Με συγχωρείτε, δεν μπορώ να συνεχίσω αυτή τη λογομαχία. Μ' έπιασε ταχυπαλμία
ΝΑΤΑΛΙΑ: Έχω προσέξει το εξής: Οι κυνηγοί που λογομαχούν περισσότερο απ' όλους είναι αυτοί που καταλαβαίνουν από κυνήγι λιγότερο απ' όλους.
ΛΟΜΟΦ: Κυρία μου, σας παρακαλώ να σωπάσετε! Η καρδιά μου πάει να σπάσει... (Φωνάζει.) Σωπάστε!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Δε θα σωπάσω μέχρι να παραδεχθείτε ότι ο Οτκατάι είναι εκατό φορές καλύτερος από τον Ουγκαντάι!
ΛΟΜΟΦ: Εκατό φορές χειρότερος! Κακός ψόφος στον Οτκατάι σας! Τα ηλίγγια... τα μάτια... η πλάτη ...
ΝΑΤΑΛΙΑ: Αυτός ο βλάκας ο Ουγκαντάι σας δε χρειάζεται να ψοφήσει, έτσι κι αλλιώς είναι ψόφιος!
ΛΟΜΟΦ (κλαίει): Σωπάστε! Θα μου 'ρθει συγκοπή!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Δε θα σωπάσω!!

ΣΚΗΝΗ VII
(Οι ίδιοι και ο Τσιουμπούκοφ)
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (μπαίνει): Τι συβαίνει πάλι;
ΝΑΤΑΛΙΑ: Μπαπά, πες ειλικρινά και με καθαρή συνείδηση: Ποιο είναι καλύτερο σκυλί, ο Οτκατάι μας ή ο Ουγκαντάι του;
ΛΟΜΟΦ: Στεπάν Στεπάνοβιτς, σας ικετεύω, πέστε μόνο ένα πράγμα: Ο Οτκατάι σας είναι πλακουτσωτός ή δεν είναι; Ναι ή όχι;
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Έστω κι αν είναι, τι μ' αυτό; Σπουδαίο πράγμα! Όμως καλύτερο σκυλί σε όλη την περιοχή δεν υπάρχει, και τα τοιαύτα.
ΛΟΜΟΦ: Αλλά ο δικός μου ο Ουγκαντάι μήπως δεν είναι καλύτερος; Με κάθε ειλικρίνεια!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Μην ενοχλήστε, φίλτατε... Επιτρέψτε μου... Ο δικός σας Ουγκαντάι ασφαλώς έχει και τα καλά του σημεία... Είναι γνήσια ράτσα, έχει δυνατά πόδια, είναι γεροδεμένος και τα τοιαύτα. Αλλά, ομορφονιέ μου, αν θέλετε να ξέρετε, αυτό το σκυλί έχει δυο βασικά μειονεκτήματα: Είναι γηραλέο κι έχει κοντόχοντρη μύτη!
ΛΟΜΟΦ: Με συγχωρείτε, μ' έπιασε η ταχυπαλία... Ας πάρουμε τα γεγονότα... Θυμάστε ίσως ότι στους αγρούς του Μαρούσκιν ο Ουγκαντάι μου πήγαινε αυτί με αυτί με τον Ραζαχάι του κόμη, ενώ o Οτκατάι σας έμεινε πίσω ένα ολόκληρο βέρστι
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Έμεινε γιατί ο κυνηγός του κόμη, o υπεύθυνος για τα σκυλιά, του 'δωσε μια βουρδουλιά.
ΛΟΜΟΦ: Του άξιζε. Όλα τα σκυλιά έτρεχαν πίσω από την αλεπού κι ο Οτκατάι άρχισε να κυνηγάει και να ενοχλεί τα πρόβατα!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Αυτά είναι ψέματα! Αγαπητέ μου, επειδή χάνω εύκολα την ψυχραιμία μου, σας παρακαλώ να σταατήσουμε αυτή την κουβέντα. Τον χτύπησε γιατί όλοι ζηλεύουν όταν βλέπουν το ξένο σκυλί! Μάλιστα! Όλοι είναι μοχθηροί! Ούτε και σεις, κύριε μου, είστε αναμάρτητος! Να το ξέρετε από μένα, μόλις δείτε ότι ένα άλλο σκυλί είναι καλύτερο από τον Ουγκαντάι σας, αρχίζετε αέσως να λέτε τούτο, το άλλο, εκείνο και τα παρόοια! Εγώ, βλέπετε, όλα τα θυμάμαι!
ΛΟΜΟΦ: Κι εγώ τα θυμάμαι!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (μιμείται κοροϊδευτικά): Κι εγώ τα θυμάμαι... Τι θυμάστε;
ΛΟΜΟΦ: Ταχυπαλμία... Το πόδι μου, δεν το αισθάνομαι... Δεν μπορώ.
ΝΑΤΑΛΙΑ (μιμείται κοροϊδευτικά): Ταχυπαλμία... Τι κυνηγός είστε εσείς; Εσείς πρέπει να ξαπλώσετε κοντά στη σόμπα της κουζίνας, να σκοτώνετε τις κατσαρίδες κι όχι να κυνηγάτε αλεπούδες! Ταχυπαλμία...
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Αλήθεια, τι κυνηγός είστε; Με τις δικές σας ταχυπαλμίες, να καθίσετε στο σπίτι κι όχι να περιφέρεστε άσκοπα καβάλα στ' άλογο! Καλό είναι το κυνήγι, αλλά εσείς, βλέπετε, πηγαίνετε μόνο και μόνο για να λογομαχείτε και για να εποδίζετε τα άλλα σκυλιά, και τα τοιαύτα. Εξάπτομαι εύκολα, ας αφήσουμε αυτή τη συζήτηση. Κάθε άλλο παρά κυνηγός είστε εσείς!
ΛΟΜΟΦ: Μήπως είστε εσείς κυνηγός; Στο κυνήγι πάτε μόνο για να κολακεύετε τον κόμη και για να κάνετε μηχανορραφίες... Η καρδιά μου! Είστε ραδιούργος!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Τι είπατε! Εγώ ραδιούργος; (Φωνάζει.) Σωπάστε!
ΛΟΜΟΦ: Ραδιούργε!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Παιδαρέλι! Βυζανιάρικο!
ΛΟΜΟΦ: Παλιοτρωκτικό! Ιησουίτη!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Σώπασε γιατί θα στην ανάψω με την καραπίνα σαν πέρδικα! Αερολόγε!
ΛΟΜΟΦ: Όλοι ξέρουν ότι -οχ, η καρδιά μου!-  η μακαρίτισσα η γυναίκα σας, σας έδερνε! Το πόδι μου... τα ηλίγγια μου... τα μάτια μου βλέπουν αστέρια... Πέφτω, πέφτω!...
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Κι εσένα η οικονόμος σε σέρνει απ' τη μύτη!
ΛΟΜΟΦ: Να... να... να... πάει να σπάσει η καρδιά μου! Η πλάτη μου... Πού είναι η πλάτη μου; Πεθαίνω! (Σωριάζεται στην πολυθρόνα) Γιατρό! (Λιποθυμάει)
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Παιδαρέλι! Μυξιάρικο! Φαφλατά! Δεν είμαι καλά!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Τι κυνηγός είστε εσείς; Ούτε να καθίσετε πάνω στ' άλογο δεν ξέρετε! (Στον πατέρα της) Μπαμπά! Τι έπαθε; Μπαμπά! Κοίτα, μπαμπά! (Τσιρίζει.) Ιβάν Βασίλιεβιτς! Πέθανε!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Δεν είμαι καλά! Η αναπνοή μου!
Αέρα!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Πέθανε. (Τον τραβάει απ' το μανίκι.) Ιβάν Βασίλιεβιτς! Ιβάν Βασίλιεβιτς! Τι κάναμε; Πέθανε! (Πέφτει στην πολυθρόνα.) Το γιατρό, το γιατρό! (Την πιάνει υστερία.)
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Οχ! Τι συβαίνει; Τι έχεις;
ΝΑΤΑΛΙΑ (στενάζει): Πέθανε! Πέθανε!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Ποιος πέθανε; (Κοιτάζοντας τον Λόμοφ) Πραγματικά, πέθανε! Χριστέ και Παναγιά! Νερό! Γιατρό! (Πλησιάζει στο στόμα του Λόμοφ το ποτήρι.) Πιείτε! Όχι, δεν πίνει... Πάει να πει, πέθανε και τα τοιαύτα... Είμαι ο πιο κακότυχος άνθρωπος! Γιατί δε φυτεύω μια σφαίρα
στο μέτωπο μου; Γιατί δεν έκοψα ακόμα το λαιμό μου; Δώστε μου το μαχαίρι! Δώστε μου το πιστόλι! (Ο Λόμοφ σαλεύει) Μου φαίνεται πως ζωντανεύει... Πιείτε λίγο νερό! Έτσι μπράβο!
ΛΟΜΟΦ: Αστέρια βλέπω... καταχνιά... πού βρίσκομαι;
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Παντρευτείτε το γρηγορότερο και...
άντε στο διάολο! Συφωνεί κι αυτή! (Ενώνει τα χέρια του Λόμοφ και της κόρης του) Είναι σύμφωνη και τα λοιπά. Έχετε την ευλογία μου και τα τοιαύτα. Αφήστε με μόνο στην ησυχία μου!
ΛΟΜΟΦ: Α; Τι; (Σηκώνεται.) Ποιον;
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Συφωνεί! Λοιπόν; Φιληθείτε και... κι άντε στο διάολο!
ΝΑΤΛΛΙΑ (με στεναγό): Είναι ζωντανός... Ναι, ναι, συμφωνώ...
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ. Φιληθείτε!
ΛΟΜΟΦ: Α; Ποιος; (Φιλιέται με τη Ναταλία) Πολύ όμορφα... Συγγνώμη, τι συβαίνει; Αχ, ναι, καταλαβαίνω... Η καρδιά μου... αστέρια... είμαι ευτυχισένος, ,Ναταλία Στεπάνοβνα.... (Της φιλάει το χέρι) Το πόδι μου παράλυσε...
ΝΑΤΑΛΊΑ: Κι εγώ, είμαι κι εγώ ευτυχισμένη
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Μου 'φυγε ένα βάρος... Ουφ!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Ωστόσο συμφωνήστε έστω και τώρα, ο Ουγκαντάι είναι χειρότερος από τον
Οτκατάι.
ΛΟΜΟΦ: Καλύτερος!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Χειρότερος!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ: Λοιπόν, τώρα αρχίζει η οικογενειακή ευτυχία! Φέρτε σαπάνια!
ΛΟΜΟΦ: Καλύτερος!
ΝΑΤΑΛΙΑ: Χειρότερος! Χειρότερος! Χειρότερος!
ΤΣΙΟΥΜΠΟΥΚΟΦ (προσπαθώντας να καλύψει τις φωνές τους): Σαμπάνια! Σαμπάνια!

ΤΕΛΟΣ

No comments:

Post a Comment